Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου 2015

Ευρώπη: Ένας μεθυσμένος που ψάχνει τα κλειδιά κάτω απ’ τον φανοστάτη

Του Κώστα Βαξεβάνη

Η Ευρωπαϊκή Ένωση ζει μια μεγάλη αντίφαση. Ενώ αποτελεί ένα άθροισμα χωρών με πολιτισμό, δημοκρατικές παραδόσεις και θεωρητικές προϋποθέσεις για την ευζωία των πολιτών της, έχει καταλήξει εχθρός του εαυτού της. Όλο και περισσότεροι πολίτες ζουν κοντά στο όριο φτώχειας, με επαγγελματική και συναισθηματική ανασφάλεια, με αβεβαιότητα και χωρίς να μπορούν να ακουμπήσουν έστω μέσω ενός ονείρου το μέλλον. Η Ευρωπαϊκή Ένωση επιπλέον προβάλλει την αναγκαιότητα της ενότητάς της, ενώ αυτή η ενότητα παράγει μόνο ανισότητες και απώλειες.

Στην πραγματικότητα, ο ίδιος ο καπιταλισμός παρουσιάζει μια εικόνα αντίφασης. Δυόμισι δεκαετίες μετά την πτώση του αντίπαλου υπαρκτού σοσιαλισμού, με τις τεχνολογικές εξελίξεις να δίνουν άλλη διάσταση στον τομέα της εργασίας, θεωρητικά ο καπιταλισμός έπρεπε να έχει αποδείξει την ανωτερότητα που διαφήμιζε τα χρόνια του Ψυχρού Πολέμου με προμετωπίδα την ίδια τη Δημοκρατία. Τελικώς αυτό που κατάφερε να κάνει ο καπιταλισμός είναι μια μικρή πλούσια κάστα ανθρώπων, η οποία μπορεί να επιβάλλει όσα θέλει στις όλο και φτωχότερες μάζες. Η μεγάλη αντίφαση όμως είναι άλλη. Την εποχή που ο καπιταλισμός απαιτεί από τις μάζες να προσκυνήσουν τα εικονοστάσια των «αγορών» , ο καπιταλισμός ζει μέσω του δημόσιου χρήματος.

Χωρίς να αναλύει αυτές τις αντιφάσεις και πολύ περισσότερο τις αιτίες, η γερμανικής προέλευσης ηγεμονική μηχανή της Ευρώπης θεωρεί και επιβάλλει μία και μοναδική λύση σωτηρίας: τη λιτότητα. Αυτή η αυθαίρετη και επικίνδυνη λύση, προφανώς και δεν είναι λύση. Στηρίζεται σε ένα αυθαίρετο σχήμα. Πως αιτία της κρίσης είναι η κακή δημοσιονομική κατάσταση των χωρών. Άρα η λύση θα δοθεί αν εξυγιανθούν δημοσιονομικά οι χώρες, εφαρμόζοντας τη σκληρή λιτότητα, που θα μαζέψει τα έξοδα, όπως θα συνέβαινε σε μια οικογένεια. Σε αυτή τη συνταγή, βέβαια, δεν γίνεται καμιά παραδοχή πως το βάρος της εξυγίανσης θα το αναλάβουν όλοι και κυρίως όσοι το δημιούργησαν. Αλλά το κύριο είναι άλλο. Το χρέος των χωρών δεν το δημιούργησε το κράτος αλλά οι ιδιώτες (τράπεζες και κάθε είδους επενδυτές). Στη συνέχεια, το κράτος, σε διαπλοκή με αυτούς τους ιδιώτες, μετέτρεψε το χρέος σε δημόσιο με τις ανακεφαλαιοποιήσεις. Δηλαδή το πήρε πάνω του, για να μην καταρρεύσουν οι τράπεζες. Έτσι οι πολίτες πληρώνουν τις επιλογές των ιδιωτών, αφού πρώτα έχουν ενοχοποιηθεί το κράτος και οι ίδιοι οι πολίτες.

Επιμένουν να ψάχνουν τα κλειδιά

Η Ελλάδα ζει την επιβολή μέτρων λιτότητας, που οι μεταβολές που προκαλούν στην κοινωνία της συγκρίνονται μόνο με αυτές του πολέμου. Η λιτότητα επεκτάθηκε σε όλο το Νότο της Ευρώπης και καθιερώθηκε ως ευλαβική αρχή στην αντίληψη διακυβέρνησης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Παρά τη σκληρή λιτότητα, όμως, κανένα από τα στοιχεία. που επικαλέστηκαν για να επιβληθεί η λιτότητα, δεν βελτιώθηκε. Ο Νότος γέμισε ανέργους και ανασφαλείς ανθρώπους, που η σχέση τους με την εργασία είναι όλο και πιο αμφίβολη. Οι κοινωνικές δαπάνες ψαλιδίστηκαν, κάτω από τη λογική πως αυτές οι δαπάνες δημιούργησαν την κρίση. Κουλτούρα βαναυσότητας και κυνισμού εκπορεύεται από την οικονομία και αγκαλιάζει όλη την κοινωνία. Η ανάπτυξη όχι μόνο δεν έρχεται, αλλά αντιθέτως, οι χώρες στις οποίες επιβλήθηκε η λιτότητα πέφτουν σε ύφεση. Ένας φαύλος κύκλος δημιουργείται. Πάρτε παράδειγμα την καθημερινότητα στην Ελλάδα. Οι μισθοί πέφτουν και οι εργαζόμενοι απολύονται. Μειώνεται η αγοραστική τους δύναμη και δεν μπορούν να καταναλώσουν. Δουλεύουν μόνο για να πληρώνουν φόρους. Η έλλειψη κατανάλωσης οδηγεί σε κλείσιμο επιχειρήσεις και καταστήματα. Η ανεργία και τα παρασιτικά φαινόμενο αναπτύσσονται. Κοινωνικές δαπάνες δεν υπάρχουν και οι άνθρωποι εξαθλιώνονται. Η κατάσταση αυτή χτυπά την πραγματική οικονομία. Δεν υπάρχει καμία ανάπτυξη. Μόνο ξεπούλημα των περιουσιακών στοιχείων της χώρας σε τιμές ευκαιρίας.

Η αναποτελεσματικότητα αυτής της λιτότητας στα τέσσερα χρόνια εφαρμογής της δεν οδηγεί την ομάδα Μέρκελ στην αναζήτηση μιας άλλης μεθόδου. Όπως χαρακτηριστικά λέει ο Marc Blyth στο βιβλίο του «Λιτότητα: Η ιστορία μιας επικίνδυνης ιδέας» (εκδόσεις Pandora Books 2014), «μπορούμε να παρομοιάσουμε αυτή την κατάσταση με το ανέκδοτο για τους μεθυσμένους που αναζητούν τα κλειδιά τους μόνο κάτω από το φανοστάτη, επειδή ακριβώς εκεί βρίσκεται το φως».

Η εμμονή στη λιτότητα δεν είναι ένα άστοχο λάθος, αλλά επιλογή, που οδηγεί στην αναδιανομή του πλούτου. Κάποιοι γίνονται ακόμη πιο πλούσιου, ενώ παράγεται μια μάζα φτωχών χωρίς δικαιώματα και απαιτήσεις, οι οποίοι θα αποτελέσουν τους σύγχρονους δούλους.

Το γερμανικό μοντέλο λιτότητας επιβάλλει τη επιβολή απαράβατων κανόνων λειτουργίας, σιδηρά πειθαρχία στις οικονομικές εξαγγελίες. Πρόκειται για ένα μείγμα οικονομικού νεοφιλελευθερισμού και ψυχολογικού συνδρόμου, που απαιτεί όλοι να κάνουν όσα έχουν κάνει οι Γερμανοί και φυσικά να γίνουν όπως αυτοί. Διαφορετικά δεν αξίζει να ζουν. Στο βάθος αυτού του οικονομικού προτεσταντισμού υπάρχει πάντα η τιμωρία. Όσοι δεν συμμορφώνονται θα καταστραφούν, όπως πολλές φορές έχουν δηλώσει γερμανοί οικονομικοί παράγοντες κυρίως για την Ελλάδα.

Η στέρηση θα επιδράσει στην οικονομία σχεδόν όπως η θεϊκή παρέμβαση στον ασκητή στην έρημο, που στερείται τα πάντα και σώζεται τελικώς γι’ αυτή του την προσήλωση. Δεν υπάρχει άλλη εξήγηση από τη θεϊκή παρέμβαση, αφού η λιτότητα ως σήμερα δεν επιδρά με κάποιο ευεργετικό τρόπο. Πρόκειται για ένα νεοφιλελευθερισμό των κανόνων και της ευλάβειας προς αυτούς. Όπως λέει ο Πολ ντε Γκράουβε, «είναι σαν να λες ότι αν όλοι οι άνθρωποι τηρούν τους κανόνες πυρασφάλειας δεν θα υπάρχει ανάγκη να υπάρχει η πυροσβεστική υπηρεσία».

Επιβεβλημένη στέρηση

Στην πραγματικότητα δεν πρόκειται για λιτότητα, και δεν πρόκειται για λιτότητα για όλους. Η λιτότητα, στη μερκελική αντίληψη, έχει την έννοια της επιβεβλημένης στέρησης. Στην πραγματικότητα, λιτότητα είναι η απαλλαγή του πολίτη από περιττές ή κατασκευασμένες ανάγκες. Καμιά από τις περιττές και δημιουργημένες ανάγκες δεν απειλείται από τη λιτότητα στην Ευρώπη. Ούτε βέβαια οι γερμανικές Mercedes. Ο καταναλωτισμός συνεχίζει να λειτουργεί και να προωθείται, ενώ στα πλήρως ελεγχόμενα media οι διαφημίσεις άχρηστων αντικειμένων εναλλάσσονται με παρουσιαστές που κλαίνε κι οδύρονται για την ανάγκη περικοπών. Φυσικά οι περικοπές αφορούν τις κοινωνικές δαπάνες, οι οποίες δεν ευθύνονται για την κρίση.

Οι περικοπές μισθών, συντάξεων, κονδυλίων για την Υγεία και την Παιδεία, δεν πλήττουν τα ανώτερα στρώματα, τα οποία και έχουν τη δυνατότητα να πληρώσουν για τις παροχές αυτές και δεν επιβαρύνονται από τα μέτρα. Ο περιπτεράς και ο μισθωτός φορολογείται, αλλά η μεγάλη επιχείρηση μπορεί να φοροαπαλλάσσεται, μέσα από διαδικασίες όπως αυτές που αποκαλύφθηκαν στο Λουξεμβούργο, με ξέπλυμα δηλαδή του χρήματος στην καρδιά της Ευρώπης, με συνταγές του ίδιου του Γιούνγκερ.

Ο μεγάλος επιχειρηματίας κερδίζει, επίσης, από τη συρρίκνωση των μισθών και την ελαστική απασχόληση. Οι κυβερνήσεις, τις περισσότερες φορές με απροκάλυπτες ρυθμίσεις, εξαιρούν τις μεγάλες επιχειρήσεις από την καταβολή φόρων που επιβάλλουν στους υπόλοιπους. Ένας από τους πρώτους μνημονιακούς φόρους στην Ελλάδα ήταν το χαράτσι, που επιβλήθηκε με νόμο. Αμέσως μετά, με δεύτερο νόμο, ο Βαγγέλης Βενιζέλος, ως υπουργός Οικονομικών, απάλλαξε όσους έχουν πάνω από 1.000 και 2.000 τετραγωνικά από το χαράτσι αυτό.

Την οικονομική ελίτ συνεπώς δεν την αγγίζει η λιτότητα. Αντιθέτως, κερδίζει και από τη συρρίκνωση τους κόστους και από τις ευκαιρίες αγορών που εμφανίζονται.

Μαζί τα φάγαμε, αλλά στον Πάγκαλο φαίνονται

Η εποπτεία της Ελλάδας από την τρόικα, που τις περισσότερες φορές φτάνει ως την ανατροπή της δημοκρατίας και την επιβολή κανόνων και μέτρων που δεν είναι αποδεκτά και χρήσιμα, συνοδεύτηκε από την προσπάθεια ενοχοποίησης του πληθυσμού. Το δόγμα Πάγκαλου «μαζί τα φάγαμε» δεν ήταν μια ελληνική ανακάλυψη. Σε όλη την Ευρώπη δημιουργούθηκε το κλίμα ότι οι πολίτες φταίνε για την κρίση, είναι ένοχοι γιατί κατανάλωναν περισσότερα από όσα παρήγαγαν και έζησαν όπως οι άσωτοι Έλληνες. Είναι μια κατασκευασμένη αιτία, χωρίς της οποίας τη δημοφιλία δεν θα μπορούσε να περάσει κανένα μέτρο. Μόνον η ενοχοποίηση θα μπορούσε να επιτρέψει να παρθούν μέτρα σαν αυτά, που καταστρέφουν τον κοινωνικό ιστό των χωρών στις οποίες επιβάλλονται.

Πώς δημιουργήθηκε όμως η κρίση στην Ευρώπη; Χωρίς την απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν μπορείς να απαντήσεις ποιες πολιτικές είναι αναγκαίες.
Μία γενικότερη αιτία της κρίσης, που δεν έχει να κάνει με τη φύση της ΕΕ αποκλειστικά, είναι πως ο καπιταλισμός τις τελευταίες δεκαετίες έπαψε να είναι παραγωγικός και συνδεδεμένος με την πραγματική οικονομία και έγινε καπιταλισμός-καζίνο. Ο επιχειρηματίας δεν κατέθετε πια στην τράπεζα τα κέρδη, τα οποία επένδυε η τράπεζα για να του δώσει τους τόκους. Οι τράπεζες τον καλούσαν να αγοράσει προϊόντα που λειτουργούσαν ως στοιχήματα, με μεγάλο περιθώριο κέρδους. Αυτός ο κομπραδόρικος καπιταλισμός του αέρα, δημιούργησε, δίπλα στα κράτη, τράπεζες και «επενδυτές» ανεξέλεγκτους από τα κράτη και την πραγματική οικονομία, με ενεργητικό πολλαπλάσιο του ίδιου του κράτους. Μια τράπεζα της Γαλλίας μπορούσε να έχει τρεις φορές το ΑΕΠ της Γαλλίας. Ο κλυδωνισμός αυτών των μηχανισμών με μεγάλα ρίσκα, ανάγκασε τα κράτη να επέμβουν και να χρηματοδοτήσουν τις τράπεζες για να μην καταρρεύσουν. Αυτό το αξίωμα, της μη κατάρρευσης, κίνησε όλο το μηχανισμό της καταστροφής.

Στην ΕΕ, όμως, υπήρξαν και εγγενή χαρακτηριστικά που δημιούργησαν την κρίση. Η δημιουργία της ΕΕ είχε ένα κατασκευαστικό λάθος. Οι χώρες που την αποτελούσαν δεν είχαν ούτε ενιαία πολιτική ούτε ενιαία οικονομία. Μοναδικό κοινό στοιχείο ήταν το νόμισμα. Αυτή η ενοποίηση δημιούργησε ψευδή στοιχεία. Δύο κράτη με το ίδιο νόμισμα, π.χ. η Ελλάδα και η Γερμανία, είχαν κοινό νόμισμα, το οποίο θεωρητικά δηλώνει ίδιες οικονομίες. Κάτι τέτοιο δεν ίσχυε όμως. Ένα ομόλογο του ελληνικού Δημοσίου δεν ήταν ίδιο με ένα ομόλογο του γερμανικού, αν και η ΕΕ απαιτούσε να είναι τα ίδια.
Η ΕΕ δεν είχε πραγματικό αντίκρυσμα ως ολοκλήρωση. Οι τράπεζες άρχισαν να αγοράζουν τα ομόλογα των χωρών του Νότου (PIIGS), ευελπιστώντας πως θα έχουν κέρδη από το μεγάλο όγκο αυτών των αγορών. Τούτο σήμαινε πως στις χώρες αυτές έρρεε άφθονο χρήμα από δανεισμό. Οι ευρωπαικές τράπεζες έδιναν δάνεια και αγόραζαν ομόλογα.Ήταν η εποχή που οι τράπεζες στην Ελλάδα τηλεφωνούσαν στους καταθέτες, για να τους ενημερώσουν πως τους είχαν εξασφαλίσει δάνειο που ουδέποτε ζήτησαν και ο Λουκάς Παδήμος ως διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος ζητούσε να γίνουν ελαστικές οι τράπεζες στη δανειοδότηση.

Με τα χρήματα αυτά, από τα δάνεια, οι χώρες του Νότου αγόραζαν προϊόντα των χωρών που τους δάνειζαν, με φτηνό χρήμα. Γερμανικές BMW, γερμανικά υποβρύχια, γερμανικά και γαλλικά όπλα, υπερκοστολογημένα προϊόντα Siemens και άλλα πολλά, που προέτρεπε η καταναλωτική επικοινωνιακή τακτική.

Δημιουργήθηκε στις χώρες αυτές έτσι εμπορικό έλλειμα και μείωση ανταγωνιστικότητας. Η ύπαρξη του ενιαίου νομίσματος,του ευρώ, δεν έδινε τη δυνατότητα στις χώρες που δέχονταν αυτές τις πιέσεις να υποτιμήσουν το νόμισμα για να ισορροπήσουν την οικονομία. Έτσι, το μοναδικό κοινό στοιχείο στην ΕΕ δημιούργησε ακόμη ένα, την ομηρία.

Όταν η οικονομία της Ελλάδας, μέσα από αντικειμενικούς όρους αλλά και τεχνικούς (όπως οι δηλώσει Παπακωνσταντίνου περί Τιτανικού), απειλήθηκε, οι τράπεζες άρχισαν να ξεφορτώνονται τα ομόλογα του ελληνικού Δημοσίου. Ο δανεισμός σταμάτησε και τα επιτόκια στα ομόλογα εκτοξεύτηκαν. Οι απώλειες απαιτούσαν οι τράπεζες να ξεφορτωθούν και τα υπόλοιπα ομόλογα των χωρών του Νότου, πράγμα το οποίο θα δημιουργούσε πανικό για τις οικονομίες τους και το φαινόμενο του ντόμινο.

Εκεί παρενέβη το κράτος, το οποίο άρχισε να ανακεφαλαιοποιεί τις τράπεζες, για να μην καταρρεύσουν. Να πληρώνει δηλαδή με χρήματα των πολιτών τις επιχειρηματικές κινήσεις που είχαν κάνει οι τράπεζες, αναλαμβάνοντας θεωρητικά την εποχή εκείνη το ρίσκο.

Το ιδιωτικό χρέος των τραπεζών έγινε με τον τρόπο αυτό δημόσιο χρέος. Δεν υπήρξε εξ αρχής δημόσιο χρέος, ούτε ευθύνονταν γι’ αυτό οι δαπάνες για την Υγεία ή την Παιδεία.

Δημιουργία ενόχου

Η επιβολή της λιτότητας έγινε με αντιστροφή της πραγματικότητας και την εμφάνιση του αποτελέσματος ως αιτία. Ταυτόχρονα με την εμφάνιση της κρίσης,υπήρξε η επιχειρηματολογία της ενοχοποίησης. Τα μέσα ενημέρωσης άρχισαν να επιχειρηματολογούν για την ανάγκη να πληρώσουμε, μιας και τώρα πια φτάσαμε στο ταμείο μετά το πάρτυ αρκετών χρόνων. Όχι μόνο απέκρυπταν πως η κρίση των τραπεζών έγινε κρίση δημόσιου χρέους, επειδή οι κυβερνήσεις αποφάσισαν να σώσουν τις τράπεζες αντί για τους λαούς, αλλά έδειχναν και τον ένοχο προς τα κάτω.

Η αλήθεια είναι διαφορετική. Τα φαινόμενα κατανάλωσης, νεοπλουτισμού και επιφανειακής ευζωίας, δεν δημιούργησαν την κρίση, απλώς γεννήθηκαν μαζί της. Συγκεκριμένα, στην περίοδο που οι τράπεζες, μέσω του εύκολου και φτηνού δανεισμού, δημιουργούσαν νεόπλουτους. Αυτή η ακολουθία των δύο φαινομένων έδωσε τη δυνατότητα να χρησιμοποιείται το αποτέλεσμα του συγκεκριμένου τρόπου ζωής ως αιτία της κρίσης.

Με αυτή την αυθαίρετη παραδοχή, το Δημόσιο και οι δημόσιες παροχές μπήκαν στο στόχαστρο της λιτότητας. Ως περιττές βαφτίστηκαν οι δημόσιες δαπάνες, το κοινωνικό κράτος, οι κατακτήσεις της Ευρώπης τα τελευταία 50 χρόνια. Η υπερφορολόγηση χτύπησε μόνο τα κατώτατα στρώματα, ενώ οι πλούσιοι μπορούσαν να χρησιμοποιούν τους φορολογικούς παραδείσους για φοροαποφυγή ή να φοροαμνηστεύονται ακόμη και με νόμους.
Οι πλούσιοι μπορούσαν να κερδίζουν και από τη συρρίκνωση του δημόσιου τομέα, αφού αυτοί παρείχαν πλέον με χρήματα όσα παρείχε το κράτος δωρεάν ως κοινωνική δαπάνη (σχολεία, νοσοκομεία).

Στην Ελλάδα, όπου ως δημόσιες δαπάνες δεν περιγράφονται από τα ΜΜΕ οι επενδύσεις του Δημοσίου υπέρ της Siemens ή των μιζών Άκη και λοιπών αλλά μόνον οι δημόσιοι υπάλληλοι, υπάρχει μια ακόμη πλευρά, που αφορά τις τράπεζες. Το τραπεζικό κατεστημένο στη χώρα έκλεψε χρήματα με δανειοδοτήσεις οικείων προσώπων και εικονικές εταιρίες και στη συνέχεια εμφάνισε αυτές τις μαύρες τρύπες, που σχετίζονταν με τη δική τους κλοπή, ως αποτέλσμα της κρίσης, που κλήθηκε να καλύψει η ανακεφαλαιοποίηση. Μετά το κούρεμα των ομολόγων, οι τράπεζες ανακεφαλαιοποιήθηκαν, αλλά τα ασφαλιστικά ταμεία, τα οποία επίσης κατείχαν ομόλογα τα οποία αναγκάστηκαν να αγοράσουν με κυβερνητικές εντολές, αντί να ανακεφαλαιοποιηθούν, αφέθηκαν να καταρρεύσουν.

Μια ακόμη απόδειξη, πως ο σκοπός των μέτρων που παίρνονται δεν σχετίζεται με καμία τακτοποίση της οικονομίας ή πάταξη της διαφθοράς αλλά καθαρά με πολιτικές υπέρ συμφερόντων.

Το ψεύτικο θαύμα της Γερμανίας

Οι ευρωπαίοι ηγέτες, που τάσσονται υπέρ της λιτότητας, συνηθίζουν να χρησιμοποιούν τη Γερμανία ως παράδειγμα χώρας που πρέπει να ακολουθηθεί. Το γερμανικό θαύμα είναι συνεπώς ο οδηγός. Είναι έτσι;Η Γερμανία, αφού κατέστρεψε πολλές χώρες με δύο παγκόσμιους πολέμους, ανάμεσά τους και την Ελλάδα, στη συνέχεια χρηματοδοτήθηκε από τη Δύση για να αποτελέσει ανάχωμα στο σοβιετικό κομμουνισμό. Με τη βοήθεια αυτή, η οικονομία της αναδιαρθρώθηκε, την ώρα που οι κατεστραμένες από την ίδια οικονομίες παρέπεαν και τα θύματά της έπαιρναν δάνεια για να τις ανορθρώσουν. Παρά την εμπειρία της αυτή, η Γερμανία δεν επέλεξε ένα σχέδιο Μάρσαλ για τον ευρωπαϊκό Νότο αλλά λιτότητα. Όλοι έπρεπε μέσα από τη δημοσιονομική προσαρμογή να γίνουν όπως η Γερμανία.

Το σύγχρονο γερμανικό θαύμα, όμως, έχει δικούς του όρους και δεν είναι και τόσο θαύμα. Η Γερμανία είναι μια βιομηχανική εξαγωγική χώρα, με χαμηλούς μισθούς σε σχέση με όσα παράγουν οι Γερμανοί. Το ευρώ ευννοεί τη Γερμανία και βλάπτει τις λιγότερο ανταγωνιστικές χώρες. Δηλαδή, η Γερμανία, μέσω του ευρώ, μετατοπίζει την κρίση στις φτωχότερες χώρες, οι οποίες δεν μπορούν να υποτιμήσουν το νόμισμα.

Από το 2000 έως το 2006, η αύξηση του ΑΕΠ της Γερμανίας ήταν 354 δισ. και το χρέος 342 δισ. Δηλαδή, πρακτικά μηδενική ανάπτυξη. Το 14,5 % του πληθυσμού ζουν κοντά ή κάτω από το όριο φτώχειας. Η πλήρης απασχόληση καταργείται προς όφελος ελαστικών μορφών εργασίας και των εργολάβων-εργαζόμενων, που παίρνουν 800 ευρώ το μήνα. Είναι αυτό που επιχειρείται με τα δελτία παροχής υπηρεσιών. Υποαπασχολούμενοι εργαζόμενοι θα δουλεύουν με ελάχιστα χρήματα και θα αυτοασφαλίζονται για να φυτοζωούν και να πληρώνουν απλώς φόρους.

Το χτύπημα των κοινωνικών παροχών και η αλλαγή των εργασιακών σχέσεων στη Γερμανία έγινε με τους λεγόμενους νόμους Χαρτζ. Ο εργαζόμενος είναι δυνατόν να παρακολουθείται και να του επιβάλλεται ακόμη και αλλαγή διαμερίσματος για να ανταπαξέλθει. Η ηλικία συνταξιοδότησης σε λίγο θα συμπίπτει με το όριο θανάτου.

Τι νόημα έχει η δημοσιονομική πειθαρχία και οι δείκτες, όταν πεθαίνουν ή δεν μπορούν να ζήσουν οι άνθρωποι; Αυτό δεν απασχολεί το σύνολο των οικονομολόγων του γερμανικού θαύματος.

Έχει, όμως, σημασία ποιος ήταν ο Χαρτζ, ο αρχιτέκτονας των νόμων του θαύματος. Ο Πέτερ Χαρτζ ήταν διευθυντής ανθρωπίνων πόρων της Βολκσβάγκεν. Καταδικάστηκε σε δύο χρόνια φυλάκιση με αναστολή και πρόστιμο 576.000 ευρώ, όταν ομολόγησε πως χρημάτιζε τον συνδικαλιστή Κλάους Φόλκερτ με πριμ, τα οποία ξοδεύονταν σε πόρνες και εξωτικά ταξίδια.

Η συνολική ποιότητα όλων των θαυματοποιών του παγκόσμιου οικονομικού θαύματος της λιτότητας είναι αμφίβολη. Αυτοί που εκπονούν τα ασφαλή σενάρια για την ανάπτυξη μέσω λιτότητας, είναι οι ίδιοι που με την ίδια αυτοπεποίθηση οδήγησαν την παγκόσμια οικονομία στην κρίση. Οι ίδιοι οίκοι αξιολόγησης, που χειροκροτούν τη λιτότητα και θεωρούν εξυγίανση την ισοπέδωση των πληθυσμών, ήταν αυτοί που είχαν αξιολογήσει με ΑΑΑ τα δάνεια που προκάλεσαν την κρίση.

Είναι τραγική ειρωνεία, να δίνουν συμβουλές και συνταγές για την Ευρώπη, αυτοί που γέμισαν τις τράπεζές τους με προϊόντα και ομόλογα-σκουπίδια, τα οποία τελικώς πληρώσαμε.

Υπάρχει λύση για την Ευρώπη;

Οι αγορές εμφανίζονται να κινούνται με εγχειρίδιο χρήσης, το οποίο δεν είναι παρά η μέθοδος που εφαρμόζουν για να κερδίσουν αυτά που οι άλλοι χάνουν εξαπατημένοι από τους ίδιους. Οι αγορές, παρότι εμφανίζονται ασφαλείς και γνώστες, δεν γνωρίζουν πού πάνε. Προσανατολίζονται απλώς προς το κέρδος σχεδόν δαρβινικά. Δεν πρόκειται να πάνε προς την κοινωνία.

Στην Ευρώπη πρέπει να υπάρξει μια πολιτική αποφασιστικότητα, που θα την απεγκλωβίσει από τη θανατηφόρα ταύτιση με τα συμφέροντα μιας οικονομικής ελίτ. Πρέπει η κοινωνία να ορίσει τους κανόνες της οικονομίας και όχι η οικονομία τη ζωή των ανθρώπων.

Πρέπει να υπάρξουν οι πολιτικές αποφάσεις και οι ηγέτες που θα σταματήσουν τη βάναυση αναδιανομή του πλούτου, που εξαθλιώνει τις κοινωνίες φτιάχνοντας σύγχρονες γαλέρες με τη μορφή γυάλινων ουρανοξυστών.

Ίσως, στην κατάσταση που είναι η Νότια Ευρώπη, η πιο σημαντική πολιτική πράξη να είναι η ελπίδα. Η ελπίδα πως μπορούμε κι αλλιώς.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου