Πέμπτη, 11 Δεκεμβρίου 2014

Η τελευταία Μύγα του Χειμώνα


Η τελευταία Μύγα του Χειμώνα

Από το πρωί την ένιωθε.

Ζουζούνιζε μέσα στα αυτιά του, ερχόταν καθόταν πάνω στη μύτη του, μπερδευόταν στα μαλλιά του, σε κάθε ανάσα θαρρείς προσπαθούσε να μπει στο στόμα του. Την απομάκρυνε με το νυσταγμένο του χέρι, γυρνούσε πλευρό, χωνόταν κάτω από το μαξιλάρι, αλλά το δίπτερο εκεί, σαν συνεπέστατο ξυπνητήρι δεν έλεγε να τον αφήσει να κοιμάται.

"Πρέπει να ξυπνήσεις από το όνειρο του πλανήτη", του έλεγε και του ξανάλεγε μα αυτός το μόνο που άκουγε ήταν το ΖΖΖΖ και την ενοχλητική γαργαλώδη περπατησιά της πάνω στην σάρκα του.

Σηκώθηκε, αργά, νωχελικά με τη μύγα να προηγείται σαν να ήξερε τις κινήσεις του. Ήταν μια εβδομάδα εκεί, όλη της τη ζωή. Έξω το κρύο ήταν τσουχτερό, οι άνεμοι παγωμένοι και ο ουρανός κατάλευκος. Είχε χωθεί στο σπίτι του από ένα ανοιχτό παράθυρο, από τις σπάνιες φορές που άφηνε παράθυρο ανοιχτό.


Συνήθως τα έκλεινε όλα τα παράθυρα γιατί το σπίτι δεν είχε θέρμανση. Πάνε τρία χρόνια που δεν μπορούσε να θερμάνει το σπίτι του. Το πετρέλαιο ήταν ακριβό και ο λέβητας κεντρικός. Οι ένοικοι του κτιρίου, στο σύνολό τους, δεν μπορούσαν να διαθέσουν χρήματα για πετρέλαιο, δεν τους περίσσευαν.

Αλλά η μύγα τη ζεστασιά της την βρήκε. Και φαΐ βρήκε. Άλλες φορές καλό φαΐ, φτιαγμένο με μεράκι άλλες φορές στεγνό, πλαστικό φαΐ και βρώμικο. Αλλά φαΐ, πάντα είχε. Δύο κομμάτια πίτσα, την περίμεναν στο τραπέζι της κουζίνας. Τσιμπολογούσε με μανία, έφτυνε το μπέικον και με το σάλιο της το έλιωνε, ώστε να μπορεί να το ρουφήξει με την προβοσκίδα της. Και αυτός ούτε να την κοιτάξει. Έφτιαχνε καφέ, να κάψει και ενα τσιγάρο, να κινήσει να...

Μα που να πάει;

Δεν είχε ούτε δουλειά να πάει. Από την τελευταία δουλειά είχε φύγει πριν τρεις εβδομάδες. Δούλευε σε ένα περίπτερο, του κλέψαν όμως κάτι νερά κάποιοι ένστολοι, κάποια μέρα ταραχών και επειδή τους μαγνητοσκόπησε και τους εξέθεσε στο κοινό, τον μαυρίσανε στο ξύλο δύο μέρες αργότερα, οι ίδιοι οι ένστολοι, αλλά χωρίς στολές, με κουκούλες. Ε, για 300€ τον μήνα κλεισμένος σε ένα κουβούκλιο 10 ώρες και να τρώει και ξύλο, πολύ πάει. Την παράτησε τη δουλειά. Έκανε και άλλες πιο πριν, όμως παντού μείωναν το προσωπικό ή τον μισθό, ή κλείναν οι δουλειές ή δεν πληρώναν πια τα αφεντικά γιατί χρειαζόντουσαν φτηνά εργατικά χέρια, χρειαζόντουσαν δούλους. Και αυτός δεν ήταν δούλος...

Ή μήπως ήταν;

"Πρέπει να είσαι η τελευταία μύγα του χειμώνα" γύρισε και της είπε κοιτώντας με αηδία την παντοφλιασμένη μυγοχεσμένη πίτσα. "Έξω είναι έτοιμος να χιονίσει ο καιρός, και συ δεν λες να ψοφήσεις".

Τράβηξε μια τζούρα και πήγε ντουγρού προς την οθόνη που τον καλούσε. Αυτή η σκούρα ορθογώνια πεπλατυσμένη συσκευή, με όλα της τα συνοδευτικά, ήταν η συντροφιά του. "Πρέπει να ξυπνήσεις από το όνειρο του πλανήτη", του ξαναψιθύρισε η χορτασμένη μύγα.

Αλλά αυτός εκεί, ακίνητος, ανέκφραστος, μαγκωμένος στη συνήθεια να ανοίγει τον φυλλομετρητή για να περιηγηθεί στην ψηφιακή πραγματικοτητά. Μόνο καμιά φορά τα δάχτυλά του έπαιρναν φωτιά, αλλά σπάνια να συμβεί αυτό το πρωί. Το πρωί ενημερωνόταν. Διάβαζε την επικαιρότητα, την τοπική, την εθνική, την παγκόσμια. "Λοιπόν μύγα, θα έρθει η Ανάπτυξη, ας ανοίξουμε τα πόδια μας να την καλωσορίσουμε", είπε.

"Κοίτα ποιος θέλουν να μας σώσει", είπε στον εαυτό του πιο πολύ, χλευάζοντας την εικόνα ενός ξιπασμένου νεαρού με ύφος ηγέτη.

"Πρέπει να ξυπνήσεις από το όνειρο του πλανήτη", ξαναπέταξε η μύγα και ήρθε και ζούμαρε στο κέντρο της εικόνας. Λες και κάθισε ανάμεσα στα φρύδια του μαλαπεπέ. Τσσσσ, έκανε μια άγαρμπη κίνηση να την διώξει, του χύθηκε ο καφές, άρχισε τα μπινελίκια, αλλά η μύγα τον έπαιξε και πήγε και πέταξε πάνω απο το κεφάλι του. Περίμενε την επόμενη εικόνα. Στ' αλήθεια αυτό που ακολούθησε δεν το περίμενε κανένας από τους δύο τους.

'Ηταν ένα αγόρι, λιγότερο από 25 χρονών, αποστεωμένο και άνυδρο. Τα μάτια του πέταγαν φωτιές παρά την αδυναμία του κορμιού του, τα λεπτά κοκκάλινα χεράκια του σε αντίθεση με το βαθύ αποφασισμένο βλέμμα του κάναν την μορφή του αγοριού σχεδόν όμοια με αγίου. Ενός οργισμένου αγίου, από τους παλιούς αγίους, τους μαχητές, τους ιδεολόγους αγίους, όχι αυτούς τους τροφαντούς με τα παχυλά δάχτυλα και κήρυξη αγιοσύνης στην τσέπη του μπαμπά ή του "Μπαμπάκα" τους.

"Αλήτες, μπάσταρδοι θα τον σκοτώσουν, στον βωμό της ψευτοδικαιοσύνης τους. Και τι θέλει να σπουδάσει το παιδί. Μπασταρδόκρατια", ψέλισσε και έσφιξε τα δόντια, βολεύοντας τον κώλο του καλύτερα στην καρέκλα. Μην κάνει και σκολίωση.

Και μετά βομβαρδισμός εικόνων και ειδήσεων. Λίγο Πούτιν, Τουρκία και ενέργεια, λίγο διεκδίκηση για Δημοκρατία με πολίτες οπλισμένους με ομπρέλες στο Χονκ-Κογκ και όργανα της τάξης στον αντίποδα... (Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί τα όργανα της τάξης παίρνουν την θέση του αντίποδα, αλλά αυτό μάλλον αποτελεί μυστήριο, όπως οι κάλτσες που χάνουν το ζευγάρι τους), λίγο MILF που είναι και στα πάνω της η αγορά και βέβαια κανένα αθλητικό.

Και εκεί πάνω στην Καλλονή χτυπάει το τηλέφωνο...

- Έλα, γεια σου τι κάνεις; Μια γλυκοκαυλιάρικη φωνούλα στην άλλη γραμμή. Να περάσω να πάμε για καφέ;
- Έλα ρε μωρό μου, θέλω να διαβάσω μια διαβούλευση για τον καινούργιο νόμο που θα ψηφιστεί εντός των ημερών. Θέλω να έχω άποψη, θέλω να συμμετέχω.
- Χαχα, τι να συμμετέχεις μωρέ; Σιγά νομίζεις ότι μπορείς να κάνεις τίποτα; Θαρρείς ότι έχει νόημα η στάση σου; Νομίζεις ότι έχουν νόημα οι αγώνες; Όλα είναι προδιαγραμμένα, όλα είναι σχεδιασμένα και εσύ είσαι μόνο το πιόνι. Τίποτα δεν μπορείς να κάνεις. Τίποτα.

Ήταν το πρόσωπο, το κορίτσι. Μόνο που δεν ήταν το δικό του κορίτσι. Ήταν το κορίτσι των περισσοτέρων, στη χωρα αυτη. Ήταν το κορίτσι των πολιτών, ήταν η Αδιαφορία, ή αλλιώς Απελπισία ή αλλιώς Ρούχλα.

- "Ε, λες να πάμε για ένα καφεδάκι; Μωρέ δεν έρχεσαι από εδώ καλύτερα;", ρωτά βέβαιος ο μάγκας, που ξύπνησε για τα καλά μετά τη φωνούλα.

ΖΖΖζζζ... και η τελευταία μύγα του χειμώνα, στριφογυρίζει έτοιμη να μπει στην μύτη του, λέγοντάς του:

"Πρέπει να ξυπνήσεις από το όνειρο του πλανήτη"

Πρέπει να ξυπνήσεις από το όνειρο του πλανήτη και να πάρεις αυτό που σου ανήκει.

Τη ζωή σου.

Άλεξ Κούπι

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου