Κυριακή, 20 Ιουλίου 2014

Αααααανννθρωωωππποοοος!


Αααααανννθρωωωππποοοος!

Κιμπάρης άνθρωπος ήταν. Γαλαντόμος στα αισθήματα και τα πράγματα. Γεμάτος θέληση να προσφέρει ό,τι είχε, χωρίς να λογαριάζει, “τι έδωσα και τι θα πάρω”. Τεφτέρι δεν κρατούσε ποτέ του, ούτε και θυμόταν αν έδωσε, τι έδωσε και σε ποιον. Να δώσει μόνο νοιαζόταν. Να δώσει και όχι πάντα από το περίσσευμά του. Μόνο από αυτό το περίσσευμα της ψυχής του έδινε και ένιωθε πως έτσι για πάντα, θα τροφοδοτούσε την ευτυχία που ένιωθε στη μοιρασιά.

Τόλμησε μια μέρα να πει φωναχτά τη σκέψη του. Να την ακούσουν όλοι εκείνοι που μέχρι εκείνη την στιγμή θαύμαζαν - όπως έλεγαν - την ομορφιά της ψυχής του. Όλοι εκείνοι που όπως νόμιζε δεν χαίρονταν από αυτή του την απλοχεριά σε αισθήματα και πράγματα, αλλά από την ευλογημένη τύχη τους να βρεθεί στο δρόμο τους. Όλοι όσοι - όπως έλεγαν - χαμογελαστοί πως είμαστε εδώ δίπλα σου και μόνο αυτό μας γεμίζει χαρά.

Στο άκουσμα της φωναχτής του πια σκέψης, αυτόματα στήθηκε μπρος στα μάτια του ένα τείχος. Ένα τεράστιο δυσπρόσιτο ανάχωμα. Ένα σύνορο. Εμείς από εδώ, εσύ από εκεί. Μόνος. Τα μάτια τους κοκκίνισαν, τα πρόσωπά τους έμειναν σκυθρωπά και το γέλιο τους έφυγε, λες εξατμίστηκε στην στιγμή. Βλοσυροί, άκουγαν τα τελευταία του λόγια. Σκαρφαλωμένοι στα τείχη που έχτισαν στη στιγμή και ματιές ή κουβέντες φαρμακερά βέλη, ακολουθούσαν τον χορό της φωτιάς, τον απαραίτητο χορό της μάχης, των πολλών έναντι του ενός.

Μαζεύτηκε, κουλουριάστηκε να προστατέψει ό,τι μπορούσε να γλιτώσει από το φαρμάκι. Άκουγε, έβλεπε και μαζευόταν. Τόξο το κορμί του. Τόξο κι ασπίδα μαζί. Πως θα γλιτώσει τόσο φαρμάκι και τόσα βέλη. Έσφιγγε τα δόντια κάθε που ένα βέλος καρφωνόταν στην κουλουριασμένη του πλάτη. Κάθε που το δηλητήριο έμπαινε στο σώμα του για να αναμειχθεί με το αίμα του. Να το μοχλεύσει. Να το μολύνει.

Κατάλαβε νωρίς πως οι μάσκες έπεσαν. Πως τα κέρινα χαμόγελα άρχισαν να λιώνουν στις πύρινες φράσεις του, πως πίσω από τα προσωπεία κρύβονταν τεφτέρια και λογαριασμοί, από αυτούς που δεν είχε ποτέ σκεφτεί να κάνει, σε όλη τη διαδρομή του μέχρι τότε. Κατάλαβε πως κάτω από το σεντόνι της ευτυχίας κοιμόταν το φίδι του συμφέροντος. Ξένος. Περισσότερο ξένος δεν μπορούσε να νιώθει. Περισσότερο μόνος.

- Θα πεθάνω σκέφτηκε. Θα φύγω. Θα λιώσω στις πύρινες γλώσσες τους.
Βάλθηκε να συνηθίσει γρήγορα τις νέες συνθήκες. Δεν είχε και τρόπο διαφυγής. Μια συνήθεια μόνο θα του έδινε την ελπίδα της επιβίωσης. Μια επιβεβλημένη συνήθεια με γοργούς ρυθμούς θα τον επανέφερε σε κατάσταση ψυχραιμίας, πριν αποφασίσει τι θα κάνει.

Κατάκοιτος, συνέχισε να δέχεται φαρμακωμένα βέλη. Να σφίγγει τα δόντια για να μη φωνάξει, να σφίγγει τις γροθιές για να αντέξει τον πόνο. Μια δυο φορές σήκωσε το χέρι της καρδιάς, εκεί που νόμιζε θα ακουμπήσει σε ένα στήριγμα. Μάταιος κόπος. Τα στηρίγματα αποδείχθηκαν σαθρά, έπεσαν στον ίσκιο και μόνο του ανασηκωμένου χεριού και στον ανεπαίσθητο ήχο που άρθρωνε ακόμη η πληγωμένη του καρδιά. Βόγκηξε από τον πόνο, που γινόταν πιο βαρύς μπροστά στα κατακρημνιζόμενα στηρίγματα. Η κραυγή μέσα του γινόταν πιο δυνατή και κρυβόταν στην όλο και πιο βαθιά σιωπή.

Τα μάτια του έλαμψαν. Ήλιοι, ολοστρόγγυλοι, καυτοί Αυγουστιάτικοι ήλιοι. Λιοπύρια να λιώνουν ατσάλια. Μια μόνο ματιά τριγύρω και μια ξαφνική κίνηση τον έφερε όρθιο απέναντι τους. Όρθιο, όπως ποτέ άλλοτε. Ανάμεσα σε βέλη να σφυρίζουν δίπλα του, ανάμεσα σε ματιές που φοβισμένες ή και μεταμελημένες κοίταζαν γεμάτες έκπληξη και απορία. Όρθιος, ζωντανός όσο ποτέ, όμορφος.

Η κραυγή του γκρέμισε το κάστρο της σιωπής μέσα του. Άρχισε να τρέχει και να διαπερνά το κορμί του θέλοντας να βρει τη διέξοδο της, να πλανηθεί στον αέρα, να ακουστεί. Όσο ανέβαινε, τόσο δυνάμωνε και έδινε ζωντάνια στο αιμόφυρτο και φαρμακωμένο σώμα της ψυχής του. Βρήκε το δρόμο της, μαζεύτηκε στο λάρυγγά του και άρχισε να πάλλει τις φωνητικές του χορδές. Ηχείο το στόμα του, χιλιάδες ντεσιμπέλ η αληθινή του φωνή, στεντόρια και πεντακάθαρη.

"Όχι ρε, δεν σας επιτρέπω. Όχι, δεν θα γίνω σαν τα μούτρα σας. Όχι, δεν θα μου φαρμακώσετε εσείς την ψυχή με τα συμφέροντα και τα τεφτέρια σας. Όχι, χίλιες φορές όχι. Θα μείνω άνθρωπος, χωρίς προσωπεία και σεντόνια.

Αααααααανννθρωωωωππποοοοος".
Αααααααανννθρωωωωππποοοοος!!!!

Βαγγέλης Τσερεμέγκλης 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου