Παρασκευή, 8 Μαΐου 2015

Ο μνημονιακός λαός έρχεται;

Στο δημόσιο λόγο το πολιτικό κόστος είχε αναγορευθεί από πολύ παλιά σε πηγή των περισσότερων δημοκρατικών κακών, αλλά ήταν την εποχή των μνημονίων που πέρασε σε πρωτοφανείς διαστάσεις δαιμονοποίησης. Η κυρίαρχη αφήγηση μίλησε για έναν λαό υπερβολικά παρτάκια ή υπερβολικά κοντόφθαλμο ώστε να αποφασίζει με βάση το μακροπρόθεσμο γενικό συμφέρον και επαίνεσε την πολιτική ηγεσία που έστω και την ύστατη ώρα τόλμησε να κάνει το δυσάρεστο κι ας ήξερε πως θα το πληρώσει. Αν το είχε κάνει νωρίτερα δεν θα είχαμε φτάσει ως εδώ. Αν λοιπόν δεχθούμε ότι τα γκάλοπ που δημοσιεύτηκαν πρόσφατα απεικονίζουν τη γενική τάση και ότι η πλειοψηφία του κόσμου θέλει συμφωνία (και ίσως τελικά μπροστά στο ενδεχόμενο της ρήξης συμφωνία με κάθε σχεδόν τίμημα), θα άξιζε, αν όχι για λόγους ουσίας κι αν όχι ούτε για λόγους τρολαρίσματος, για λόγους τουλάχιστον συνέπειας των επιχειρημάτων, να χρησιμοποιηθεί η ίδια ακριβώς λογική:
δεν έχει σημασία πού ο λαός τώρα θέλει το εύκολο, δεν έχει σημασία που ο λαός τρομοκρατημένος είναι έτοιμος να δεχθεί οποιοδήποτε νέο πακέτο μέτρων προκειμένου να μείνουμε εντός του ευρωπαϊκού παιχνιδιού και να μη διαταραχθεί η όποια κανονικότητα του, αφού η εκλεγμένη μας κυβέρνηση, όντας εξ ορισμού σοφότερη και ωριμότερη από το εκλογικό σώμα που την εξέλεξε, οφείλει, αδιαφορώντας για το πολιτικό κόστος κι έχοντας στο νου το μέλλον της χώρας κι όχι το πρόσκαιρο μικροσυμφέρον των πανικόβλητων πολιτών να πάει τα πράγματα ως τα άκρα: στην οριστική δηλαδή ρήξη. Αφού αυτό σημαίνει δημοκρατία, λευκή ή έστω ημίλευκη εντολή, αφού αυτό σημαίνει δημοκρατία, ανάθεση, ανάθεση σε εκπροσώπους που ξέρουν καλύτερα από σένα, εκπροσώπους που οφείλουν να σε οδηγούν και όχι να οδηγούνται, αυτό να γίνει και τώρα. Αν η κυβέρνηση διαπιστώσει ότι δεν τα καταφέρνει να έρθει σε ανεκτή συμφωνία, οφείλει να σταθεί πάνω από την εικαζόμενη βούληση των πολιτών και να πει, όχι, τα ίδια προγράμματα της προηγούμενης πενταετίας δεν γίνεται να τα εφαρμόσουμε, ακόμη κι αν ο λαός αυτό πια προτιμά ως έσχατη λύση. Ξέρω καλύτερα από σένα, ανώριμε, φοβικέ και κωλοτούμπα λαέ, μετά την απομάκρυνση από την κάλπη ουδέν λάθος αναγνωρίζεται, αν δεν σου αρέσει σε τέσσερα χρόνια που θα γιορτάσουμε πάλι την μέρα της δημοκρατίας ρίξε με. 
 
Φαίνεται όμως πως κατ' εξαίρεση αναφορικά με τη συγκεκριμένη κυβέρνηση είναι ο λαός που ξέρει καλύτερα, καθώς πληροφορούμαστε πως ο ΣΥΡΙΖΑ πάσχει ακόμα από το σύνδρομο του 4%. Μας λένε ότι εκλέχθηκε μεν, αλλά πρέπει να συνειδητοποιήσει επιτέλους ότι δεν εκλέχθηκε ο ίδιος, δεν εκλέχθηκε ως αυτό που ήταν το 4%. Ότι είναι σκανδαλώδες οι απόψεις του 4% να διέπουν την κυβερνητική νοοτροπία. Το 4% πρέπει να μπει στο χρονοντούλαπο, ώστε η χώρα να κυβερνηθεί με βάση τις απόψεις του υπόλοιπου 32% που δεν ήταν, δεν είναι και δεν θα είναι ΣΥΡΙΖΑ, δεν ήταν, δεν είναι και δεν θα είναι αριστερά του τίποτα, ήταν, είναι και θα είναι άνθρωποι που θέλουν μια κυβέρνηση σοβαρή, υπεύθυνη και μη αριστερή. Κάπως έτσι παρουσιάζεται ως περίπου αφύσικη η ύπαρξη στο ΣΥΡΙΖΑ της Αριστερής Πλατφόρμας, λες κι ο φυσικός και ο ιστορικός συνοδοιπόρος του Τσίπρα ήταν πάντα ο Σταύρος Θεοδωράκης. Κάπως έτσι η διάσταση ευρωπαϊστών – οπισθοδρομικών του 2012 αναβιώνει, μόνο που αυτή τη φορά το χέρι του Τσίπρα που τότε δάγκωναν τώρα επιχειρούν να το γλείψουν, με συνεχείς εκκλήσεις να αποφασίσει με ποιούς θα πάει και ποιούς θα αφήσει: «Έλα με μας. Έλα να κάνουμε τον μεταξύ μας έντιμο συμβιβασμό. Έλα να γίνεις ο επόμενος μεγάλος ηγέτης, έλα να λέμε Καραμανλής – Παπανδρέου – Σημίτης - Τσίπρας. Άσε στην άκρη το τμήμα του κόμματός σου που θα διαφωνήσει και γίνε δικός μας. Αλέξη, παρ' το πάνω σου. Για αρχηγό σε θέλουμε, όχι για εχθρό. Πέτα τους άλλους στην άκρη. Υπάρχουν οι ψήφοι στη Βουλή. Τόλμησέ το. Γράψε Ιστορία. 
 
Οι ως τώρα μήνες της διαπραγμάτευσης κυβέρνησης - δανειστών, επιβεβαίωσαν τη σύγκρουση δυο «δεν θέλω»: και οι δύο δεν θέλουμε να τα σπάσουμε – και οι δύο δεν θέλουμε όμως να είμαστε μαζί με τον τρόπο που θέλει ο άλλος. Η απόσταση ανάμεσα στους δυο αυτούς τρόπους έχει ως τώρα υπάρξει πολύ μεγάλη. Και διόλου απίθανο τελικά να αποδειχθεί πως η πιο βιώσιμη κάλυψή της δεν θα είναι δια του σεναρίου της εσωτερικής, εσωκομματικής ρήξης, αλλά αντίθετα δια ενός σεναρίου εσωτερικής, λαϊκής νομιμοποίησης. Η απόσταση δηλαδή θα μπορούσε να λυθεί με ένα δημοψήφισμα, το οποίο πάντως θα ξεβόλευε πρώτα και κύρια τον ίδιο τον κόσμο. Γιατί ίσως η ελληνική κοινωνία θέλει να συναφθεί συμφωνία και να μην πάμε σε δημοψήφισμα, όχι μόνο επειδή έτσι θα ανακουφιστεί που αποφεύχθηκε η δραχμή ή η χρεοκοπία, αλλά επειδή ταυτόχρονα θα έχει κερδίσει με τον ίδιο σμπάρο στο πρόσωπο της κυβέρνησης το νέο της εχθρό, το νέο προδότη των αντιμνημονιακών προσδοκιών της. Ίσως λοιπόν πλησιάζουμε στην ώρα που θα τελειώνουμε με την αποποίηση των ευθυνών και το κρυφτούλι της ανάθεσης. Ίσως πλησιάζουμε στην ώρα που θα οδηγηθούμε προς έναν, έστω και με βαριά καρδιά, μνημονιακό λαό και προς μία, έστω και με βαριά καρδιά, μνημονιακή αριστερά. Ίσως πλησιάζουμε στην ώρα που κυβερνώσα αριστερά και κυβερνών λαός θα φτάσουμε στη συνειδητοποίηση του There Is No Alternative και θα πιστοποιήσουμε με τον πλέον πανηγυρικό τρόπο πως ανήκομεν εις τη Δύσιν και ταυτόχρονα προς την αμφιθυμία μας προς αυτήν, τους κανόνες της, τα νεοφιλελεύθερα συστήματά της, που μας ενοχλούν μεν, αλλά όλα τα υπόλοιπα μας ενοχλούν περισσότερο. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου