Σάββατο, 2 Μαΐου 2015

1η Μαΐου | Τα "ρομποτάκια" του σήμερα

%u0398%u03B5%u03C3%u03C3%u03B1%u03BB%u03BF%u03BD%u03AF%u03BA%u03B7%20-%20%u039C%u03AC%u03B7%u03C2%201936%20%7C%20%u03A3%u03C4%u03B7%20%u03C6%u03C9%u03C4%u03BF%u03B3%u03C1%u03B1%u03C6%u03AF%u03B1%20%u03B7%20%u03BC%u03AC%u03BD%u03B1%20%u03C0%u03BF%u03C5%20%u03B8%u03C1%u03B7%u03BD%u03B5%u03AF%20%u03C4%u03BF%20%u03B3%u03B9%u03BF%20%u03C4%u03B7%u03C2.%09
Θεσσαλονίκη - Μάης 1936 | Στη φωτογραφία η μάνα που θρηνεί το γιο της.

(Θεσσαλονίκη. Μάης του 1936. Μια μάνα, καταμεσής του δρόμου, μοιρολογάει το σκοτωμένο γιο της. Γύρω της και πάνω της, βουίζουν και σπάζουν τα κύματα των διαδηλωτών - των απεργών καπνεργατών. Εκείνη συνεχίζει το θρήνο της.)

Η φωτογραφία που δείχνει αυτή τη μάνα να θρηνεί συγκλόνισε το Γιάννη Ρίτσο και τον ενέπνευσε να γράψει τον «Επιτάφιο». Με τη σειρά του ο Ρίτσος καταφέρνει μέχρι σήμερα με αυτό το ποίημα -και όχι μόνο- να συγκινεί και να θυμίζει, το ίδιο βέβαια προκαλεί και η ίδια η φωτογραφία που θυμόμαστε να ψάχνουμε κάθε 1η Μαΐου.


Η 1η Μαΐου δεν είναι μόνο η ημέρα που γιορτάζουμε τα λουλούδια και την άνοιξη. Η 1η Μαΐου είναι σταθμός για τους αγώνες του εργάτη, αγώνες που κατά το παρελθόν βάφτηκαν με αίμα, προκειμένου να κερδηθούν εργατικά δικαιώματα, που αφορούσαν και τις επόμενες γενιές. Η Πρωτομαγιά δεν είναι αργία. Είναι απεργία. Καλό θα ήταν να το εμπεδώσουν οι νέοι και να το θυμούνται οι παλιότεροι. Η Πρωτομαγιά είναι μία ημέρα όμως. Τα εργατικά και εργασιακά δικαιώματα πρέπει να τα διεκδικούμε καθημερινά. Και όταν δεν τα βρίσκουμε στο χώρο εργασίας μας, να μην κάνουμε το χατίρι στους από πάνω, να μην ανεχόμαστε τίποτα που μας θίγει σαν ανθρώπους και μας καταστρέφει τόσο τη σωματική όσο και τη ψυχική υγεία. Ναι, θα κάνεις υπομονή κάποιες φορές, μπορεί και μια-δυο να το παίξεις και χαζός, άλλες θα είσαι κουρασμένος, δεν είναι πάντα ρόδινα. Μερικές φορές όμως δεν είναι ποτέ ρόδινα γιατί τα «αδηφάγα κτήνη» περιμένουν εκεί έξω στην αγορά (εργασίας) να σε καταβροχθίσουν, ενώ καρπώνονται τις γνώσεις και τους κόπους σου.

Σήμερα με αφορμή την οικονομική κρίση, αυτά τα αδηφάγα κτήνη, που ονομάζονται εργοδότες, αναιρούν τα κερδισμένα δικαιώματα και το κράτος τους βοηθά να το πράξουν. Με τη σειρά τους υπάλληλοι και εργάτες δέχονται εθελοτυφλώντας ή ακόμα χειρότερα αδιαφορώντας (καθώς η φάση λέει να πληρωνόμαστε και όλα εντάξει) δυσμενείς και πολλές φορές απάνθρωπες συνθήκες εργασίας. Στο βωμό της ανάγκης και της κρίσης θυσιάζονται τα δικαιώματα των εργαζομένων αλλά πάνω από όλα η αξιοπρέπεια του κάθε ανθρώπου που απορρέει από αυτά τα δικαιώματα. Στον ίδιο βωμό θυσιάζονται και οι αγώνες και το αίμα των προγενέστερων γενιών που κάποτε είχαν θυσιαστεί όχι μόνο για τους ίδιους αλλά και για τις γενιές που έπονταν.

Είπα και εγώ «ναι» τελευταία σε μία εργασία και παγιδεύτηκα ανάμεσα στην ανάγκη και την αξιοπρέπεια μου. Ανάμεσα στο πρέπει και τα δικαιώματα μου. ΌΧΙ όμως για πολύ. Όση κι αν είναι η ανάγκη μου να εργαστώ, είπα όχι σε ένα ανθυγιεινό περιβάλλον στον τομέα των υπολογιστών. Υποτίθεται ότι υπάρχει και προεδρικό διάταγμα που εκδόθηκε προκειμένου να εφαρμοστεί Οδηγία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά ποιος το ξέρει και ποιος θα νοιαστεί; Πρέπει να λέμε και ευχαριστώ που βρήκαμε δουλειά! Κοντέψαμε να αναπολούμε τα κακοπληρωμένα δωδεκάωρα αλλά τουλάχιστον τότε είχαμε στόχους, είχαμε την ανάγκη να κάνουμε πράξεις τις γνώσεις μας και να τις εμπλουτίσουμε.

Η συμβουλή μίας εργαζόμενης στην Επιθεώρηση Εργασίας, που δεν ειδικευόταν όμως στα θέματα υγείας, ήταν απογοητευτική – όχι για εμένα αλλά για την παιδεία που έχουμε οι πολίτες αυτής της χώρας. Γιατί διόλου με αφορά που ειδικεύεται ο καθένας, όταν η απάντηση του μέσου συμπολίτη μου αλλά και ενός εργαζομένου σε αυτή την υπηρεσία είναι να κάνω υπομονή. Υπομονή έχω και περισσεύει μάλιστα, όπως έχω και όρεξη να εργαστώ. Δεν έχει να κάνει όμως με την υπομονή, έχει να κάνει με την υγεία!

Επιπροσθέτως, παρ' όλο που πλέον γίνεται η πρόσληψη του κάθε εργαζομένου από την πρώτη ημέρα εργασίας του, οι εργοδότες έχουν το δικαίωμα να δώσουν στον υπάλληλό τους να υπογράψει –και επομένως να διαβάσει- τη σύμβαση μέχρι και δύο μήνες μετά. Ο χώρος που πήγες να συνεντευξιαστείς δεν ήταν τελικά ο χώρος εργασίας σου και οι συνθήκες –όσες σου παρουσίασαν, γιατί υπήρχαν και αυτές που έκρυψαν με δόλο ή χωρίς- ουδεμία σχέση είχαν, παρ' όλα αυτά εσύ έχεις πλέον προσληφθεί. Κάθεσαι εκεί λοιπόν και κάνεις αυτή την πολυσυζητημένη υπομονή, κάνεις ό,τι σου λένε, δέχεσαι προσβολές και να σε απειλούν για ακύρωση του διαλείμματος, αν δεν έχεις πιάσει το στόχο; (Βέβαια! Στην εποχή των 495 ευρώ έχουν και στόχους παραγωγής. Ουδέν σχόλιο. Οι νοήμονες ας το κρίνουν. Οι άλλοι ας μείνουν κολλημένοι στον υπολογιστή τους γιατί θα χάσουν καμία εγγραφή!) Ή φεύγεις; Εγώ έφυγα... και πήρα ο μάθημα μου! Κάποτε μας έλεγαν να προσέχουμε την υπογραφή μας αλλά πλέον πρέπει να προσέχουμε και την κατάφασή μας.

Απαξίωση. Αυτή είναι η λέξη που μου έρχεται στο νου. Εργασία για τη ψυχή της μάνας μας. Δε θα την αναφέρω εθελοντική. Και εθελοντική δεν εννοώ την εργασία που μερικές φορές τίμια αναφέρεται έτσι, αλλά τη δουλεία που για το τίποτα δέχεσαι έναν υπερβολικό όγκο δουλειάς και συνάμα καταλήγεις τουλάχιστον το 1/3 της ημέρας σου να δέχεσαι προσβολές και ανούσιες πολλές φορές πιέσεις σε ένα αναξιοπρεπές και απάνθρωπο περιβάλλον με μισθό το βασικό –που δεν καλύπτει φυσικά καν τα βασικά τις περισσότερες φορές.

Και δεν είναι μια δυο εταιρείες που στοχεύουν τους έχοντες ανάγκη ή τους ηλιθίους και το πράττουν. Είναι η κατάσταση που επικρατεί. Κάποτε αντικατέστησαν τους ανθρώπους με μηχανήματα. Τώρα αντικαθιστούν τους ανθρώπους με «ρομποτάκια». Κι είναι ντροπή αυτά τα «ρομποτάκια» για το ανθρώπινο είδος. Είναι ντροπή να μη σέβεσαι όλους αυτούς που αγωνίστηκαν. Είναι ντροπή για την ανάγκη σου να ξεχνάς την ανάγκη του διπλανού σου αλλά και ολόκληρης της κοινωνίας –μέλος της οποίας δυστυχώς είσαι και εσύ «ρομποτάκι»- για αξιοπρέπεια. Κι είναι μεγαλύτερη ανάγκη αυτή. Γιατί εσύ μπορεί τώρα να φας, να ταΐσεις το παιδί σου, να πληρώσεις το ενοίκιο σου και τη ΔΕΗ σου. Είσαι πανευτυχής όμως; Όχι. Δεν είσαι καν ικανοποιημένος. Είσαι αυτός ο τύπος που λέει «δε βαριέσαι...». Άραγε αναρωτιέσαι όταν λες αυτό το «δε βαριέσαι», αν το παιδί σου θα μπορεί να υπάρξει σε μία κοινωνία στην οποία δεν θα μπορεί να υφίσταται ως άνθρωπος; Τι κοινωνία φτιάχνεις όταν δέχεσαι να θυσιάζεις όσα δικαιούσαι, όσα θα έπρεπε να συνεχίσουν να δικαιούνται και οι επόμενες γενιές;
Εσύ «ρομποτάκι» δεν σκοτώνεις μόνο τις θυσίες κάποιων. Εσύ «ρομποτάκι» σκοτώνεις τα όνειρα, το μέλλον, την κοινωνία, τον άνθρωπο. Τον ελεύθερο άνθρωπο. Τον πνευματικά καλλιεργημένο άνθρωπο που έχει παιδεία και θέλει να πηγαίνει μπροστά και όχι πίσω. Δε θα έπρεπε να υπάρχεις. Δεν το ξέρεις. Ξέρεις μόνο να εκτελείς το πρόγραμμα «ανάγκες του εργοδότη». Έτσι σε ρύθμισαν: «Μη μιλάς», «μη ζητάς» και λέγε πάντα ναι. Στο όχι απολύεσαι.

Εύχομαι να πετάξεις από πάνω σου τη σιδερένια ενδυμασία που σου φόρεσαν. Αν πλέον έχει γίνει ένα με 'σένα, εύχομαι να αυτοκαταστραφείς. Ελπίζω στην έλλειψη νοημοσύνης και εξυπνάδας που διακατέχει εσένα και τους δημιουργούς σου.

Κλείνω «με μια παρατεταμένη ικεσία για ζωή κι ελπίδα», όπως αυτή που εκφράζει η γυναίκα στη «Σονάτα του Σεληνόφωτος» του Γιάννη Ρίτσου. Με την ευχή η τραγική, για ΄μένα, γυναίκα της «Σόνατας του Σεληνόφωτος» -και ο καθένας μας- να βγει όσο είναι νωρίς από αυτό το ερειπωμένο, στοιχειωμένο και τσακισμένο σπίτι...

«Α, φεύγεις; Καληνύχτα. Όχι, δε θα έρθω. Καληνύχτα.
Εγώ θα βγω σε λίγο. Ευχαριστώ. Γιατί, επιτέλους, πρέπει
να βγω απ' αυτό το τσακισμένο σπίτι.
Πρέπει να δω λιγάκι πολιτεία, - όχι, όχι το φεγγάρι -
την πολιτεία με τα ροζιασμένα χέρια της, την πολιτεία
του μεροκάματου,
την πολιτεία που ορκίζεται στο ψωμί και στη γροθιά της
την πολιτεία που μας αντέχει στη ράχη της
με τις μικρότητες μας, τις κακίες, τις έχτρες μας,
με τις φιλοδοξίες, την άγνοιά μας και τα γερατειά μας, -
ν' ακούσω τα μεγάλα βήματά της πολιτείας,
να μην ακούω πια τα βήματα σου
μήτε τα βήματα του Θεού, μήτε και τα δικά μου βήματα.
Καληνύχτα.Το δωμάτιο σκοτεινιάζει. Φαίνεται πως κάποιο σύννεφο θα έκρυψε
το φεγγάρι. Μονομιάς, σαν κάποιο χέρι να δυνάμωσε το ραδιόφωνο
του γειτονικού μπαρ, ακούστηκε μια πολύ γνωστή μουσική φράση.
Και τότε κατάλαβα πως όλη τούτη τη σκηνή τη συνόδευε
χαμηλόφωνα η "Σονάτα του Σεληνόφωτος", μόνο το πρώτο μέρος. Ο
νέος θα κατηφορίζει τώρα μ' ένα ειρωνικό κι ίσως συμπονετικό
χαμόγελο στα καλογραμμένα χείλη του και μ' ένα συναίσθημα
απαιλευθέρωσης. Όταν θα φτάσει ακριβώς στον Αη-Νικόλα, πριν
κατέβει τη μαρμάρινη σκάλα, θα γελάσει, - ένα γέλιο δυνατό,
ασυγκράτητο. Το γέλιο του δε θ' ακουστεί καθόλου ανάρμοστα κάτω
απ' το φεγγάρι. Ίσως το μόνο ανάρμοστο να είναι το ότι δεν είναι
καθόλου ανάρμοστο. Σε λίγο ο Νέος θα σωπάσει, θα σοβαρευτεί και
θα πει: "Η παρακμή μιάς εποχής". Έτσι, ολότελα ήσυχος πια, θα
ξεκουμπώσει πάλι το πουκάμισό του και θα τραβήξει το δρόμο του.
Όσο για τη γυναίκα με τα μαύρα, δεν ξέρω αν βγήκε τελικά απ το
σπίτι. Το φεγγαρόφωτο λάμπει ξανά. Και στις γωνίες του δωματίου οι
σκιές σφίγγονται από μιαν αβάσταχτη μετάνοια, σχεδόν οργή, όχι
τόσο για τη ζωή, όσο για την άχρηστη εξομολόγηση. Ακούτε; Το
ραδιόφωνο συνεχίζει.» (Απόσπασμα από τη «Σονάτα του Σεληνόφωτος» του Γιάννη Ρίτσου)

Πηγή: Evart.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου