Πέμπτη, 26 Μαρτίου 2015

Μία μικρή ροζ μέδουσα

Μια φορά κι έναν καιρό, κάπου στον Θερμαϊκό κόλπο, στη Θεσσαλονίκη, ζούσε ένα κοπάδι μέδουσες. Όλες ήταν μπλε. Κάποια μέρα όμως, μια μέδουσα γέννησε τέσσερα μικρά. Από αυτά, τα τρία ήταν μπλε και το ένα ροζ. Με το που το είδε η μαμά μέδουσα, έβαλε τις φωνές.

-Είναι ροζ, είναι ροζ! Βοήθεια, είναι ροζ!
Αμέσως, ο μπαμπάς μέδουσος, πήγε κοντά της και το είδε. Ήταν όντως ένα ροζ μεδουσάκι. Μικροσκοπικό, ίσα με την παλάμη του. Ένα ροζ ανάμεσα στα μπλε. Από εκείνη την στιγμή, το αντιπάθησε.
''Τι θα πει ο κόσμος'', σκέφτηκε. ''Μέχρι και τα καβούρια θα γελάνε μαζί μας, αν το μάθουν''. Παρόλα αυτά, δεν μίλησε. Όχι αμέσως τουλάχιστον.

Πέρασε πολύς καιρός από τη γέννηση των μεδουσών, δύο χρόνια περίπου. Όταν μεγάλωσαν αρκετά, ξεκίνησαν να πηγαίνουν στο μεγάλο σχολείο του βυθού. Εκεί, συναντιόνταν όλα τα θαλάσσια είδη και έκαναν μάθημα τέσσερις ώρες κάθε μέρα. Μάθαιναν πως να ξεφεύγουν από τα δίχτυα των ψαράδων / ανθρώπων, πως να βρίσκουν εύκολα τροφή και πως να ζουν μόνα τους.

Όταν όμως τα άλλα μικρά ψαράκια είδαν το ροζ μεδουσάκι, άρχισαν να το κοροϊδεύουν και να του τραβάνε τα πλοκάμια.

- "Είσαι ροζ, είσαι ροζ! Δεν είσαι μπλε, δεν είσαι κανονική μέδουσα!", του φώναζαν κάθε μέρα και το κορόιδευαν.

Εκείνο, δεν έκανε τίποτα. Δεν μιλούσε, μόνο κούρνιαζε σε μια γωνιά, μαζεύοντας τα πλοκάμια του και έκλαιγε. Εκείνες τις στιγμές, δεν τολμούσε κανένας να το πλησιάσει, καθώς όλο το μέρος γύρω του, γέμιζε με δηλητήριο από τα δάκρυα του.
Μία μέρα όμως, ένα ψάρι παλιάτσος, το πλησίασε. Δεν έπιανε σε αυτή το δηλητήριο. Δεν τον φοβόταν. Του έδωσε ένα χαρτομάντιλο για να σκουπίσει τα μάτια του και του μίλησε, με λόγια απλά και τρυφερά. Τον δέχτηκε έτσι όπως ήταν, ροζ. Αυτή, ήταν η πρώτη του φίλη. Η πρώτη του αληθινή φίλη.

Τέσσερα χρόνια μετά, όλα τα θαλάσσια είδη, αποφοίτησαν από το μεγάλο σχολείο του βυθού. Είχε έρθει πλέον η ώρα να φύγουν από το πατρικό τους σπίτι και να εφαρμόσουν όσα είχαν μάθει, προκειμένου να επιβιώσουν. Έτσι, μαζί με όλα τα άλλα θαλάσσια είδη, έφυγε και το ροζ μεδουσάκι. Χωρίς βοήθεια όμως.
Όταν πήγε να μαζέψει τα πράγματα του, δεν το βοήθησε κανείς. Ούτε καν οι γονείς του. Αντίθετα, το έδιωξαν ακόμα γρηγορότερα. ''Ευκαιρία να απαλλαγούμε από την ντροπή της οικογένειας'', σκέφτηκαν. Ο πατέρας του μάλιστα, του είπε: ''Επιτέλους φεύγεις! Τόσα χρόνια με ρεζίλεψες σε όλο το βυθό, καιρός ήταν.'' Μόνο το ψάρι παλιάτσος, η φίλη του, τον βοήθησε να μετακομίσει στο νέο του σπίτι, μακριά από το λιμάνι, κάπου στη μέση της Μεσογείου.

Πέρασαν δέκα χρόνια από τότε. Όλα έμοιαζαν να κυλούν ήσυχα, ώσπου μια μέρα εμφανίστηκε ένα άγνωστο είδος ψαριού στον Θερμαϊκό κόλπο. Είχε έρθει από την Σικελία. Ήταν μεγάλο, μαύρο, με πράσινα μάτια και κοφτερά δόντια και έτρωγε όποιο ψάρι έβρισκε μπροστά του. Ακόμα και οι μέδουσες, δεν μπορούσαν να το αντιμετωπίσουν. Το δηλητήριο τους, δεν έπιανε, ήταν ανίσχυρο μπροστά του.

Ο καιρός περνούσε και οι επιθέσεις του ψαριού γίνονταν όλο και περισσότερες. Ο βυθός είχε αραιώσει επικίνδυνα από κατοίκους. Τότε, ξαφνικά, εμφανίστηκε το ροζ μεδουσάκι. Μεγάλος μέδουσος πλέον, είχε έρθει για να διευθετήσει κάποιες κληρονομικές εκκρεμότητες πίσω στο πατρικό του σπίτι. Με το που έφτασε όμως, έμαθε τι συνέβαινε και δεν δίστασε. Πήγε να αντιμετωπίσει το επικίνδυνο ψάρι. Πρώτα όμως, πέρασε να δει τα αδέρφια του. Τα βρήκε μέσα σε ένα σεντούκι, μαζί με τις υπόλοιπες μπλε μέδουσες. Όλοι τους, κρύβονταν φοβισμένοι μέσα στο σεντούκι και συζητούσαν για το επικίνδυνο ψάρι.

Όταν παρουσιάστηκε μπροστά τους και τους είπε την σκέψη του, εκείνοι γέλασαν ειρωνικά.
- ''Εσύ'', του είπαν, ''δεν μπορούσες να πιάσεις ένα ψάρι για να φας, τώρα θες να γίνεις και ήρωας'';

Εκείνος, δεν τους έδωσε σημασία. Πικράθηκε, μα συνέχισε. Είχε ακούσει από ένα καβούρι πως, το ψάρι, εμφανιζόταν στη μεγάλη πλατεία του λιμανιού κάθε βράδυ. Έτσι, το ίδιο κιόλας βράδυ, πήγε στη μεγάλη πλατεία, κρύφτηκε και παραμόνευε περιμένοντας. Μετά από τρεις ώρες περίπου, το επικίνδυνο ψάρι εμφανίστηκε. Μόλις τον είδε, το ψάρι του επιτέθηκε αμέσως. Τότε αυτός, στάθηκε μπροστά του και έχυσε πάνω στο ψάρι όλο το δηλητήριο που είχε. Όλος ο βυθός, έγινε ξαφνικά ροζ. Τόσο ροζ, που θόλωσε. Όλοι έτριβαν τα μάτια τους από τα δάκρυα, καθώς έτσουζαν από το δηλητήριο. Τελικά όμως, τα κατάφερε. Το επικίνδυνο ψάρι, είχε πλέον πεθάνει.

Όλοι τότε, βγήκαν από τις κρυψώνες τους και άρχισαν να τον χειροκροτούν για το κατόρθωμα του. Εκείνος όμως, πήγε και αγκάλιασε μόνο το ψάρι παλιάτσο. Ήξερε πως, μόνο εκείνη του είχε σταθεί στα δύσκολα. Δεν έμεινε παραπάνω. Δεν άκουσε τους επαίνους τους και δεν έλαβε τις αγκαλιές τους. Μάζεψε αμέσως τα πράγματα του και έφυγε με το ψάρι παλιάτσο, αφήνοντας πίσω του τον καθαρό πλην υποκριτή Θερμαϊκό κόλπο. Γιατί ήξερε.

Μπορεί ο κόλπος να ήταν πλέον καθαρός και ασφαλής, τα ψάρια όμως που ζούσαν εκεί, ήταν βρώμικα. Βρωμούσαν ρατσισμό και υποκρισία. Πριν το κατόρθωμα του, από την παιδική του ακόμα ηλικία, όλοι τον αντιπαθούσαν, ακόμα και οι ίδιοι του οι γονείς, επειδή ήταν διαφορετικός ως προς το χρώμα. Μετά τη νίκη του όμως, όλοι ξαφνικά, τον συμπάθησαν. Αλλά αυτός ήξερε.

Ήξερε πως, όσες νίκες και αν είχε, όσες φορές και αν τους γλίτωνε, αυτοί πάντα θα τον αντιμετώπιζαν ως κάτι το διαφορετικό. Πάντα θα ήταν γι' αυτούς ένα διαφορετικό ΡΟΖ μεδουσάκι.
Theofilos Amoiradis

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου