Τρίτη, 6 Ιανουαρίου 2015

Ο άντρας με τα παλιά ρούχα ...

man dog homeless
Περπατούσε ώρα κόντρα στον παγωμένο αέρα και ακόμα δεν είχε ξημερώσει.
Τα δάχτυλα του είχαν παγώσει μέσα στα τρύπια γάντια και τα παλιά μποτάκια δεν κρατούσαν μακριά το τσουχτερό κρύο.
Ήθελε απεγνωσμένα ένα ζεστό καφέ και  λίγο καθαρό νερό, όχι για τον ίδιο,  εκείνος θα τα κατάφερνε και διψασμένος, αλλά για το ταλαίπωρο σκυλί του.
Κοντοστάθηκε και τον περίμενε στη γωνιά. Ο σκύλος λαχανιασμένος τον κοίταξε στα μάτια και συνέχισε την πορεία, με αργά, ασταθή βήματα.
Όταν τον έφτασε, άφησε ένα μικρό αναστεναγμό στα πόδια του αφεντικού του, σημάδι πως δεν άντεχε άλλο και ξάπλωσε πάνω στο παγωμένο πεζοδρόμιο.
Εκείνος χαμήλωσε και έσκυψε πάνω του με στοργή. Τον σκέπασε με το πανωφόρι του και τον πήρε στην αγκαλιά του. Ο σκύλος έκλεισε τα μάτια του, γαληνεμένος από τη ζεστασιά της ανθρώπινης επαφής και κοιμήθηκε.
Ο άντρας με τα παλιά ρούχα συνέχισε να περπατά, χωρίς να νιώθει το βάρος του σκύλου.
Ήταν σα να κουβαλούσε ένα μωρό. Ένα βρέφος, που το νανούριζε  προσεκτικά για να κοιμηθεί,  γιατί έτσι  θα ξεχνούσε την πείνα του. Την ορφάνια του και τη βιαιότητα  των ανθρώπων.
«Έλα καλέ μου. Κανένας πια δεν θα σε πειράξει. Κανείς, όσο είμαι εγώ δίπλα σου. Μη φοβάσαι.»  Έτσι τον είχε πλησιάσει, με αυτά τα λόγια. Όταν τον είχε ανακαλύψει , το ζωντανό ήταν σε άθλια κατάσταση.
Με το ένα πόδι σπασμένο, μισολιπόθυμο και νηστικό, με τα πλευρά του να χαράζουν το διάφανο δέρμα και η καφέ γούνα του ήταν καμένη στο ύψος της κοιλιάς. Στα μάτια του κατοικούσε ο φόβος και η ανάσα του ακουγόταν βαριά και πηχτή, σαν αγκομαχητό τραίνου.
Κάποιος τον είχε εγκαταλείψει να πεθάνει, στοιβαγμένο πίσω από ένα πλαστικό κάδο, σε ένα άνυδρο χωράφι, πιθανότατα ο ίδιος άνθρωπος που τον είχε χτυπήσει, ή ακόμα κι αυτός που τον είχε κάποτε υιοθετήσει.
Ο κτηνίατρος τον κοίταξε εξονυχιστικά και τον ρώτησε:
«Είστε σίγουρος πως θα μπορέσετε να τον φροντίσετε; Ένα ζώο και μάλιστα με τα δικά του τραύματα, δεν είναι απλό ζήτημα. Είναι μια τεράστια ευθύνη και μια δουλειά που δεν επιδέχεται σκασιαρχείο. Θα τα καταφέρετε;»
Κοίταξε το σκύλο στα μάτια κι είδε πως ήταν δακρυσμένα. Άνοιξε το πορτοφόλι του κι έβγαλε την επαγγελματική του κάρτα. Την έδωσε στο γιατρό.
«Εδώ είναι το κινητό μου κι όλα τα τηλέφωνα εργασίας, όπου μπορείτε να με βρείτε. Βάλτε τα δυνατά σας να σώσετε τον σκύλο και θα περάσω σε δυο ώρες να τον παραλάβω. Είμαι αποφασισμένος, όπως βλέπετε, γι αυτό σας παρακαλώ, μην καθυστερείτε.»
Είχε ονομάσει το σκύλο Φίλο και την απόφαση του για να τον υιοθετήσει, δεν την μετάνιωσε ποτέ.
Ακόμα κι όταν η ζωή του ρημάχτηκε από την οικονομική κρίση, ο Φίλος ήταν πάντα η πρώτη του προτεραιότητα.
Στην αρχή είχαν χαθεί τα αυτοκίνητα. Μετά η δουλειά του. Μια σπίθα που σιγόκλαιγε στην αρχή και μετά μια τρελή πυρκαγιά, που φούντωσε απότομα  μια νύχτα με αέρα και στο διάβα της του άφησε μόνο ένα μάτσο αναμνήσεις. Τίποτα δεν απέμεινε, για να κρατηθεί.
Στάχτες έγινε η ζωή του. Καήκαν μονομιάς τα ιταλικά κουστούμια και οι ξανθιές γκόμενες.
Αντάμα με τα πούρα Αβάνας και τα πρώτα τραπέζια στα μπουζούκια, τους  ισολογισμούς και το ακριβό ρετιρέ, την  αξιοπρέπεια, την  αλαζονεία και τον  εγωισμό.
Οι φίλοι έκλεισαν την πόρτα τους κι αυτοί που είχε κάποτε ευεργετήσει , δεν τον θυμόνταν  πια.
Τα παγκάκια των πάρκων έγιναν το κρεβάτι του. Στα ανοίγματα των τούνελ και στα γιαπιά έβρισκε καταφύγιο. Με το σκύλο του. Το μοναδικό του Φίλο, που δεν τον πρόδωσε στιγμή.
Σταμάτησε μπροστά στο καφενείο. Ο καφετζής είχε μόλις ανάψει τα φώτα και φορούσε την ποδιά του, όταν εκείνος μπήκε μέσα, με το σκύλο ακόμα στην αγκαλιά του.
«Λίγο νερό σε παρακαλώ, ο σκύλος μου δεν είναι καλά.»
Ο καφετζής είχε αρχίσει να μουρμουρίζει κάτι για τα κατοικίδια, όταν ο Φίλος άνοιξε τα μάτια του και γύρισε προς το μέρος του, μυρίζοντας τον αέρα.
Έτρεξε προς τη κουζίνα και γύρισε με ένα λεκανάκι γεμάτο νερό. Το απίθωσε στο πάτωμα και τραβήχτηκε πίσω.
Ο άντρας γονάτισε και έφερε το λεκανάκι στο ύψος του σκύλου. Ο Φίλος ήπιε μερικές γρήγορες γουλιές και σταμάτησε. Κοίταξε με σταθερό βλέμμα, μέσα στα μάτια του αφεντικού του,  σα να περίμενε μια εντολή ή κάποιο καινούριο παιχνίδι και βύθισε τη μουσούδα του κάτω από τη μασχάλη του.
«Μπορώ να καθίσω;» ρώτησε δείχνοντας την καρέκλα.
«Ναι φυσικά. Θέλεις έναν καφέ;»
Ο άντρας χαμογέλασε, «Δεν έχω να σε πληρώσω, μου αρκεί το νερό»
Ο καφετζής εξαφανίστηκε στην κουζίνα και γύρισε μετά από πέντε λεπτά.
Κουβαλούσε ένα δίσκο με ένα ποτήρι νερό κι ένα φλιτζάνι ελληνικό καφέ, που ευωδίαζε όλο το μαγαζί. Σε ένα πιάτο είχε βάλει δυο φέτες ψωμί, τυρί και ελιές.
«Φάε, να στυλωθείς, σου χρειάζεται.»
Ο άντρας ήπιε γουλιά-γουλιά τον καφέ και ευχαρίστησε τον καφετζή.
Πήρε στο χέρι του μια φέτα ψωμί και λίγο τυρί και ταΐσε αργά το Φίλο. Ο σκύλος κατάπινε με δυσκολία και έμενε να αγναντεύει τα μάτια του άντρα, δίχως να αντιδρά.
Εκείνος σηκώθηκε με δυσκολία και κίνησε για την πόρτα.
«Είναι μεγάλος;» ρώτησε ο καφετζής.
«Κοντά στα έντεκα είναι, αλλά δεν είναι καλοζωισμένος. Άτυχο αυτό το σκυλί, δυστυχώς.»
«Εγώ πάλι νομίζω πως είναι πολύ τυχερό, που έχει τέτοιο αφεντικό. Καλή χρονιά.»
«Σε ευχαριστώ για όλα»
Η πόλη που θα ξυπνούσε σε λίγο, θα καλημέριζε μια νέα χρονιά μα ο άντρας  με τα παλιά ρούχα,  θα κοιμόταν αγκαλιασμένος με το Φίλο του, για πάντα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου