Τρίτη, 16 Σεπτεμβρίου 2014

Πρώτο βράδι του σχολείου

 sxoleio 1
Πιο πολύ από τους (1+6+6=13) αγιασμούς στο σχολείο, θυμάμαι το απόγευμα εκείνης της πρώτης μέρας. Γιατί σήμαινε την  κάθοδο με τη μάνα στη μικρή μας αγορά να πάρουμε τα «σχολικά». Εμείς ψωνίζαμε κυρίως από το «Βιβλιοπωλείον-Χαρτοπωλείον Κυριακίδη». Με χαρτάκι στο χέρι με ό,τι μας είχε πει η δασκάλα, και με προσοχή στις τιμές και στους λογαριασμούς. Αγορές ζυγιασμένες, ούτε τσιγκούνικες, ούτε σπάταλες. Παίρναμε τα απαραίτητα, και κάτι, λίγο, παραπάνω. Θυμάμαι μια Φεράρι κασετίνα που έκανε στράκες. Κι εκείνες τις γόμες που μύριζαν φράουλα. Τα τετράδια τα χωρισμένα, 20φυλλα, 30φυλλα, 50φυλλα. Και μετά από εύγλωττο παρακλητικό βλέμμα τσιμπούσαμε στο καπάκι και κανένα «εξωσχολικό». Ο κύριος Στέλιος ο βιβλιοπώλης, καλός άνθρωπος και σοφός έμπορος συνηγορούσε. «Μα και βέβαια να το πάρετε. Αφού διαβάζει ο μικρός, ό,τι το καλύτερο». Κάπως έτσι είχε αγοραστεί θυμάμαι ο «Δαυίδ Κόπερφιλδ», ο «Μιχαήλ Στρογγώφ», η «Μαύρη Τουλίπα» και μια χρονιά, πράγμα εξαιρετικό, ένας κίτρινος τόμος με δέκα «Κλασσικά Εικονογραφημένα».


Τις βαρυφορτωμένες σακούλες τις σηκώναμε στο δρόμο με κόπο αλλά και περηφάνια. Μαζί με άλλα γειτονόπουλα, και με λίγο ζήλεια ο ένας για τον άλλον. Επιστρέφοντας στο σπίτι, είχε κιόλας βραδιάσει, οι πολύτιμες τσάντες αδειάζονταν στο μεγάλο τραπέζι της κουζίνας, που χρησίμευε και ως γραφείο και χώρος εργασίας. Τα σχολικά βιβλία, έπρεπε να ντυθούν με φόδρες και στα τετράδια να γραφτούν (με τα καλά μας γράμματα όχι καλικατζούρες) οι ετικέτες.  Πρόλαβα ελάχιστα τις χάρτινες φόδρες σε μπλε σκούρο χαρτί. Μετά με σοφή χαρτοκοπτική, η μοδιστρική που είχε σπουδάσει στα μικράτα της η μάνα ήταν ακαταμάχητη, τις αυτοκόλλητες φόδρες. Πάλι μπλε, ή πράγμα καινοτόμο για την εποχή, διαφανές αυτοκόλλητο που άφηνε το εξώφυλλο του βιβλίου να φαίνεται.  Νύχτα προχωρημένη πια, για τα παιδικά μας μέτρα,  έμπαιναν όλα τους ταχτικά στα ράφια από το επιπλάκι, έτσι λέγαμε τη βιβλιοθήκη, τρώγαμε τίποτα πρόχειρο (και ωραίο, τίποτα αυγά με πατάτες τηγανιτές στα γρήγορα) και έμπαιναν τα χρειαζούμενα για την επόμενη μέρα στη σάκα. Σάκα στο Δημοτικό είχα πάρει τρεις φορές, αλλά αυτή είναι άλλη ιστορία. Με τη συμβουλή: «κοίτα πως τα βάζουμε, έτσι όμορφα και τακτοποιημένα να τα φέρεις».

Μια συμβουλή που δεν εισακούστηκε ποτέ. Μα ποτέ. Η σάκα πάντα γύριζε, σκονισμένη, ταλαιπωρημένη, με το περιεχόμενο χύμα κι ανακατεμένο. Αφού άλλοτε έκανε το τέρμα στις ποδοσφαιρικές αναμετρήσεις, άλλοτε την πετούσαμε σε επικές μάχες στην αυλή, άλλοτε απλά την παρατούσαμε χάμω κι όπου πέσει για να χαζέψουμε βιτρίνες με παιχνίδια στην αγορά. Είπαμε. 

Καλά παιδιά ήμασταν. Αλλά όχι τα καλύτερα.










kala paidia

redkangaroo

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου