Παρασκευή, 8 Αυγούστου 2014

Ξανά απ' την αρχή (;)

Πέρασε πολύς καιρός μέχρι να μάθει να πατά σταθερά, να υπολογίζει κάθε βήμα της, να ξέρει προς τα που πορεύεται και γιατί. Κι όμως εκείνο το βράδυ συνειδητοποίησε πως ακόμη μπουσουλάει. 

Τα πόδια της βούλιαζαν στην άμμο. Δεν μπορούσε να υπολογίσει τα βήματα της. Το βάδισμα της μπερδευόταν με το δικό του. Και μπορεί να το αρνιόταν πεισματικά, αλλά της άρεσε αυτό. Της άρεσε που ήταν μαζί του. Απολάμβανε την παρουσία του. Τον κοιτούσε διστακτικά, όπως θα κρυφοκοίταζε το παρελθόν της. Σημάδευε τα λόγια του, τα οποία σα να έκοβαν το χρόνο, πέρα απ’ τη μιλιά της. 

Προτού τον συναντήσει, τον είχε ήδη δικάσει και καταδικάσει αμέτρητες φορές στη φαντασία της. Είχε στοιβαγμένες στο μυαλό της όλες τις ερωτήσεις που θα ήθελε να του κάνει, κι είχε σκεφτεί ακόμη και τις πιθανές απαντήσεις. Στράφι πήγε η τόση ανάλυση. Ούτε μια φράση δεν μπορούσε να ολοκληρώσει. Ναι, μια ματιά και ένα χαμόγελο ήταν αρκετά για να σκορπίσουν το θυμό της, και τη δήθεν καχύποπτη και ψυχρή διάθεση της στον αέρα. Συνειδητοποίησε ξαφνικά την ομορφιά τριγύρω της, ενώ τα κύματα συνέθεταν τις δικές τους μελωδίες. 
Αθώος ήταν η ετυμηγορία. Και πως αλλιώς; Αφού τα χέρια θυμούνται, και τα δάχτυλα μπλέκονται μεταξύ τους … Και να που όλα δένουν και κουμπώνουν, σα να μη χωρίστηκαν ποτέ. Κι έπειτα έρχεται εκείνος ο στίχος, να μιλήσει εκ μέρους της … «Πώς γεννάει στο σκοτάδι η λύπη χαρά». 
Κι ύστερα ήρθε το φως … Και εκείνη ακόμα μπουσουλούσε. Σκόνταψε πάνω στον Αύγουστο … ή πάνω στον έρωτα, δεν ξέρω. Ούτε τι να της έφταιξε γνωρίζω. Ίσως η τόσο διαφορετική αντίληψη που είχε γι’ αυτόν ή ίσως να της έφταιξε ο ίδιος και η πολυπλοκότητά του, ή μάλλον … η υπερβολική απλότητά του, στο πολύπλοκο μυαλό της. 
Όπως και να ‘χει, εκείνη έφυγε, παίρνοντας μαζί της λίγη άμμο και μερικές στιγμές, για να καλύπτει τα κενά ή και τη θλίψη της, μέχρι να έρθουν τα πρωτοβρόχια και οι φθινοπωρινοί αέρηδες … ή μέχρι να έρθει εκείνος.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου