Σάββατο, 16 Αυγούστου 2014

Πάρε τον δρόμο τον παλιό

 Προχθές που γύριζα με το μηχανάκι μου από την Πελοπόννησο ξαναπροτίμησα τον «παλιό δρόμο». Από τα Ίσθμια κατέληξα στην Ελευσίνα από την παλιά εθνική. Το κάνω συχνά τα τελευταία χρόνια. Όχι από τσιγκουνιά για τα διόδια. Το κάνω γιατί μου αρέσει, γιατί μυρίζω ...
παλιές αναμνήσεις και γιατί χορταίνω νοσταλγικές εικόνες του ’60 και του ’70. Η παλιά εθνική παραμένει sixties. Ακόμη και αν είστε νέοι θα αναγνωρίσετε με την πρώτη ματιά εικόνες της Ελλάδας του παλιού σινεμά.

Την πρωτογνώρισα μικρός, υποχρεωτικά, όταν παίρναμε με τη μητέρα μου το λεωφορείο από την Αγίου Κωνσταντίνου, στην πλατεία της εκκλησίας απέναντι από το Εθνικό, με τελικό προορισμό  ένα χωριό του Ταϋγέτου. Ένα ταξίδι- περιπέτεια που το πρώτο της επεισόδιο παιζόταν στην Κακιά Σκάλα. Η μητέρα σταυροκοπιόταν κοιτώντας προς τον γκρεμό κι εγώ ζήταγα σακούλα.
Ο «παλιός δρόμος» είναι για τους πολλούς ο «άνευ διοδίων» και για κάποιους άλλους μια αφήγηση που ξεκινάει από τα ερείπια του «βιομηχανικού θαύματος» του ’60 και του ’70 και σε οδηγεί, μέσα από τρέιλερ της ίδιας εποχής, στις βυθιζόμενες μεταλλικές γέφυρες των Ισθμίων. Μερικές εκατοντάδες μέτρα πιο πάνω τον χλευάζει η «νέα εθνική οδός», αλλά τι ιστορίες μπορεί να μας διηγηθεί αυτός ο υπερφίαλος τυφλοσούρτης;
Πολλές φορές ξεκινώντας από Αθήνα παίρνω την απόφαση την τελευταία στιγμή. Κάνω άκρη δεξιά στα διόδια της Ελευσίνας, κάτω από την γέφυρα και ξεκινάω τη βουτιά μου στον χρόνο. Κάποια από αυτές τις πρώτες διαδρομές τη φωτογράφησα και την κατέγραψα.
Όλες του οι ατέλειες  με γοητεύουν. Οι συνεχείς στροφές του, η χαμηλή ταχύτητα που σου επιβάλει με αντάλλαγμα το εναλλασσόμενο τοπίο, το χαμηλό γερασμένο προστατευτικό του στηθαίο, οι λιγοστές μαρμάρινες κολώνες που έχουν απομείνει με ανάγλυφη την χιλιομετρική απόσταση, τα σκουριασμένα μεταλλικά εικονοστάσια στη μνήμη κάποιων που χάσανε ξαφνικά το τιμόνι και τη ζωή τους, τα κουρασμένα και ξεθωριασμένα πεύκα, τα αδέσποτα σκουπίδια που ψαρεύουν οι ξεραμένοι θάμνοι, τα κουφάρια των παλιών λατομείων, τα ματαιωμένα όνειρα που κρύβουν οι μπετονένιοι σκελετοί που δεν κτίστηκαν, τα κρεμασμένα στην ακτή μαραζωμένα ξενοδοχεία. Όλα! Στα μάτια μου δεν είναι ατέλειες και ασχήμια. Δε μου βγάζουν μιζέρια. Είναι μια αξιοπρεπής ιστορία μιας εποχής που με αφορούσε.
Σταματάω στο πλάτωμα απέναντι από το κτήμα και την έπαυλη του Λάμπρου Ευταξία. «Απαγορεύεται η είσοδος. Ίδρυμα Βούρου-Ευταξία». Μπαίνω από το πλάι που είναι ανοικτά. Ο σκύλος μάλλον με φοβάται και φεύγει. Ελιές, πικροδάφνες, πεύκα, σκίνα, φορτωμένες φραγκοσυκιές. Παίρνω ένα μισοκρυμμένο μονοπάτι προς τη θάλασσα. «Πού είναι η έπαυλη;» ρωτάω έναν ψαροντουφεκά που ανεβαίνει από τη θάλασσα. «Συνέχισε και θα τη συναντήσεις». Κοντοστέκομαι. Μπροστά μου στη θάλασσα το πλαγιασμένο μισοβυθισμένο κουφάρι του Mediterranean Sky. Πολυτελές κρουαζιερόπλοιο κάποτε, λένε. Λίγο πιο πριν, η παλιά σκουριασμένη και χορταριασμένη γραμμή του τρένου. Περνάει δίπλα από την έπαυλη μέσα από ένα μικρό φαράγγι. Το περπατάω ανάμεσα από τις ράγες τραβώντας βίντεο. Προσπερνάω το σπίτι. «Έκανε δεξιώσεις εδώ;» σκέφτομαι. «Ανέβαζαν και έριχναν κυβερνήσεις τρώγοντας και πίνοντας; Λες εδώ να μαζεύτηκαν μετά τον θάνατο του Παπάγου και συζήτησαν την «περίπτωση Καραμανλή»; Το μυαλό ξεφεύγει. Φεύγω.
Συνεχίζω. Μικρές πολιτείες, όμορφες παραλίες. Λουτρόπυργος. Νεράκι. Ο δρόμος, κάποιες ταβέρνες και από κάτω μια στενή αλλά όμορφη βοτσαλωτή παραλία με πεύκα. Ξύλινες εξέδρες στη θάλασσα, ένα κρις-κραφτ του ’60, βαρκούλες του ’60, παρέες κάτω από τα πεύκα όπως το ’60. Το Νεράκι φημίζεται για τα όστρακά του. Πολλά μικρά μαγαζάκια με κάθε λογής όστρακο. Κυδώνια, γυαλιστερές, πετροσωλήνες, αχινοί, στρείδια, μύδια. Τα πάντα! «Εμείς τροφοδοτούμε την αγορά της Αθήνας. Δοκίμασε!» λέει ο Γιάννης. Μου ανοίγει ένα κυδώνι, βάζει λεμόνι. Θεϊκό! Στο γυρισμό αγόρασα τρία κιλά ο αθεόφοβος.
Μεγάλο Πεύκο. Στρατόπεδα. Μεγάλη παραλία και παρκάκι. Ομπρέλες, παγκάκια, λαϊκός κόσμος κουβεντολόι. Αρκετά παλιά αυτοκίνητα. Τα παλιά αυτοκίνητα μου βγάζουν σύνεση κι αξιοπρέπεια. Στον κεντρικό δρόμο δεσπόζει μια πολυκατοικία–τέρας έντεκα ορόφων. «Επί Παπαδόπουλου» μου λένε στο μπακάλικο. «Γράψε ότι δεν μπορούμε να περάσουμε απέναντι από τα φορτηγά!». Θα γράψω.
Η δόμηση είναι άναρχη, πες την κι’ άσχημη. Όχι μόνον εκεί. Σε όλη τη διαδρομή. Τουλάχιστον αυτά που δεν κρύβονται πίσω από ψηλές μάντρες και μεγάλα πυκνοφυτεμένα οικόπεδα. Λογικό. Τα περισσότερα ανήκουν στην πρώτη γενιά αυθαιρέτων. Τα πρώτα εξοχικά μιας ανερχόμενης μεσαίας τάξης του ’60 και του ’70. Το σύνδρομο της παγόδας των κεραμοσκεπών, φανταχτερά διακοσμητικά και χρώματα. Τίποτε δεν με ενοχλεί. Είμαι ευνοϊκά προκατειλημμένος. 
Η Κακιά Σκάλα είναι το καλύτερό μου. Η θέα στο βαθύ μπλε ενώ οδηγείς κοντά στον γκρεμό. Κάποιο ξεχασμένο ξενοδοχείο. Σταματάω. Παρκαρισμένα αυτοκίνητα στην άκρη του δρόμου. Κάτω από τον γκρεμό μικρές παραλίες για τους ψαγμένους.
Οι Άγιοι Θεόδωροι είναι κάπως αλλιώς. Μεγάλες ιδιοκτησίες προς τη μεριά της θάλασσας, περιποιημένες μάντρες και εξώθυρες, πυκνό πράσινο μεγάλα σπίτια. Ο κόσμος κάνει μπάνιο στα «ΠΕΥΚΑΚΙΑ» ένα καγκελόφρακτο πάρκο εκατοντάδων μέτρων με πεύκα και ευκαλύπτους δίπλα στην παραλία. Δυο καφετέριες –ταβέρνες με ομπρέλες. Όλες οι παραλίες που είδα είναι όμορφες, ωραία νερά, βότσαλο και ανθρώπινη παρουσία χωρίς επιτήδευση.
Περνάω τα διυλιστήρια της Μότορ Όιλ. Θόρυβος, μάλλον βόμβος και μυρωδιά. «Λατρεύω τα διυλιστήρια!» μου είπε κάποτε ένας συνάδελφος μηχανολόγος. «Είναι οι πιο αυτοματοποιημένες βιομηχανίες». «Τουλάχιστον χρεοκοπούν δύσκολα» σκέφτομαι.
Συνεχίζω για Ίσθμια. Κάθομαι στο καφενείο και παραμονεύω τη βυθιζόμενη γέφυρα. Πριν παραγγείλω ακούω το καμπανάκι και τον θόρυβο. Πετάγομαι και κατεβαίνω προς τους ηλεκτρομειωτήρες. Σκύβω προς τον Ισθμό.  Ένα μικρό ιστιοφόρο έρχεται αργά-αργά. «Ποτέ μου δεν κατόρθωσα να πετύχω ένα μεγάλο πλοίο», σκέφτομαι και γυρίζω στο τραπέζι μου.
Αν ξεμείνατε Αθήνα, όπως και εγώ, πάρτε την απόφαση και κάντε μια βόλτα. Ξεκινείστε λίγο πρωί με τη δροσιά γιατί και εκεί δεκαπενταύγουστος είναι.

Πηγή:protagon.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου