Κυριακή, 20 Ιουλίου 2014

Για τον Νικόλα, την Κατερίνα και την Ελευθερία μου


Για τον Νικόλα, την Κατερίνα και την Ελευθερία μου

Και πώς να γράψεις τι νιώθεις, όταν νιώθεις κραυγές;
Τα πάντα μέσα σου κλαίνε - όχι δεν κλαίνε, κανείς πια δεν κλαίει - τα πάντα μέσα σου καίνε και ουρλιάζουν κι εκείνοι σου ζητούν να μιλήσεις λογικά.

- Την ακούτε; Ουρλιάζει!
- Πώς; Δεν είναι δυνατόν! Την είχαμε ναρκώσει!
- Ξύπνησε, φαίνεται, κι ουρλιάζει.
- Γρήγορα, τα φάρμακα, μεγαλύτερη δόση!
- Γιατρέ βιάσου! Δεν μας νοιάζει να πάψει να ουρλιάζει. Μας νοιάζει απλά να μην την ακούν.
- Τότε χορηγήστε τα φάρμακα στους άλλους. Εκείνη δεν την πιάνουν. Θα συνεχίσει να ουρλιάζει, μα δεν θα ακούγεται πια στα αυτιά τους.


Κι έτσι περπατάς ανάμεσα στους αιώνες. Ούτε στο πριν, ούτε στο τώρα και, σίγουρα, χωρίς καμία θέση στο μετά. Κι ανάμεσα στους τόπους. Ούτε στο εδώ, ούτε στο εκεί, αγγίζοντας μάλλον το πουθενά. Κι ανάμεσα, κυρίως, στους ανθρώπους. Ούτε του εαυτού σου καμιά φορά, ούτε και κανενός. Ανάμεσά τους ίσως, μέσα τους ποτέ.

Καταδικασμένη να ουρλιάζεις χωρίς ν'ακούγεσαι.

Άχρωμη, άοσμη κι αδιάφορη για τους πολλούς, γοητευτική κι απρόσιτη (όπως η ποίηση) για τους λίγους, ξένη και μακρινή για όλους, σίγουρα όμως "αυτό που είσαι" για κανέναν.

Άχρωμη, άοσμη κι αδιάφορη και μόνη. Πάντα μόνη, μαζί με άλλους μόνη, χωρίς εκείνους μόνη, να στροβιλίζεσαι μέσα και γύρω από λέξεις που δεν τις καταλαβαίνουν. Δεν τις καταλαβαίνουν (πώς να τις καταλάβουν, αφού δεν τις ακούν;) κι εσύ διαρκώς στροβιλίζεσαι γύρω από κραυγές που μόνη ακούς κι αναρωτιέσαι αν είναι όντως δικές σου. Πώς μπορεί να είναι δικές σου, αφού εσύ το μόνο που ήθελες ήταν να τους πληγώσεις με την σιωπή σου;

Μια σιωπή που πληγώνει τη δική τους, που τη σπάει, τη συνθλίβει, γιατί είναι φτιαγμένη ολόκληρη, από πάνω μέχρι κάτω, από κραυγές και ουρλιαχτά και κλάματα (όχι, όχι κλάματα. Γιατί πάντα ξεχνάω πως κανένας πια δεν κλαίει κι όλα κλαίνε;) και πόνο και απελπισία και μοναξιά.

Και ξαφνικά σωπαίνεις.
Και σε ακούν. Εκείνοι σε ακούν που σωπαίνεις.
Και φοβούνται.
Πρόσεξε μην σε ξεγελάσουν και τους πεις για τις πιο δυνατές κραυγές σου - τα σιωπηλά σου γράμματα.
Σε πλησιάζουν.
Με το ένα χέρι σε χαϊδεύουν και με το άλλο κρατούν την ένεση.
Χαζοί άνθρωποι! Αφού εσένα δεν σε πιάνουν τα φάρμακά τους. Ποτέ δεν σε έπιαναν.
Νιώθεις την ένεση στο λαιμό σου κι αρχίζεις πάλι να ουρλιάζεις.

Αυτή τη φορά όμως μόνο για να κρύψεις την βαθύτερή σου κραυγή, το δυνατότερό σου όπλο - τα σιωπηλά σου γράμματα.

Ανάσα. Κέρδισες. Ανάσα.

ονειροπαγίδα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου