Τετάρτη, 10 Ιουνίου 2015

Χαμένη στο δρόμο της μιζέριας

Στέκομαι μπροστά στο τοίχο και τον κοιτάω επίμονα λες κι αν τον κοιτάξω με το άγριο βλέμμα μου, θα γκρεμιστεί. Αυτός όμως παραμένει εκεί ψηλός και απροσπέλαστος. Θέλω να κλάψω, νομίζω πως έτσι θα ανακουφιστώ, πως καθώς το δάκρυ θα πέφτει, θα παρασύρει όλα αυτά που τόσο θέλω, αλλά φοβάμαι να κάνω.

Σφίγγω δυνατά τις γροθιές μου και κρατάω την ανάσα μου μέχρι να εκραγώ μήπως έτσι πεταχτούν όλα αυτά που στοιβάζω μέσα μου όλον αυτό το καιρό. Τίποτα!

Ανάβω ένα τσιγάρο και τραβάω με όλη μου την δύναμη τον καπνό, να μπει μέσα μου να με κάψει να δω αν ακόμη νιώθω, να δω αν ακόμη είμαι ζωντανή, να με μεθύσει, να χαθώ, να μην σκέφτομαι.

Κλείνω τα μάτια και προσπαθώ να ονειρευτώ όμορφα τοπία, να ταξιδέψω έστω για λίγο, να ξεχαστώ, να μην  βλέπω άλλο αυτό το πελώριο τοίχο μπροστά μου και τελικά ξεφεύγω.

Βλέπω θάλασσα, καταγάλανα νερά και λευκή άμμο. Περπατώ ξυπόλυτη και αυτή μπερδεύεται στα πόδια μου, με πληγώνει αλλά συνεχίζω να περπατώ αργά, νωχελικά αφήνοντας τα αποτυπώματα μου επάνω της, μέχρι να φτάσω στο νερό που όλα τα ξεπλένει σαν να μην υπήρξαν ποτέ. Βαδίζω εμπρός και σιγά σιγά το βήμα μου βαραίνει, η πίεση της θάλασσας με σπρώχνει κι εγώ αντιστέκομαι, προχωρώ όσο πιο βαθιά μπορώ. Το γαλάζιο της με αγκαλιάζει και ξαφνικά το κρύο φεύγει. Μια απέραντη γαλήνη μου ζεσταίνει το σώμα. Τόσο δελεαστική με παρασύρει. Εφάπτομαι, γίνομαι ένα, δεν είμαι πια ξένο σώμα. Σε λίγο το νερό φτάνει στο στόμα, η αλμύρα μου φλογώνει τα χείλη, συνεχίζω, ανοίγω τα μάτια και βλέπω θολά. Είμαι μέσα της. Προσπαθώ να αναπνεύσω και αντί για αέρα καταπίνω νερό που με καίει. Τα κύματα με χτυπούν αλλεπάλληλα, με αναποδογυρίζουν, με πετούν στα βράχια και με ξεβράζουν στην αμμουδιά σχεδόν νεκρή.

Με μισάνοιχτα μάτια σέρνομαι γι' ακόμα μια φορά χαμένη στο δρόμο της μιζέριας που με οδηγεί πίσω στην ασφάλεια της αδράνειας. Ακουμπώ πάλι την πλάτη στο μεγαλοπρεπή τοίχο μου και η αβεβαιότητα της σιγουριάς με κατακλύζει. Μένω σ' αυτή τη στάση για ώρες, μέρες, μήνες, χρόνια. Τόσα χρόνια στην ίδια θέση οι πληγές μου γιατρεύονται, το μυαλό ηρεμεί, θέλει να ζήσει νέα πράγματα, να ταραχτεί ξανά, να λειτουργήσει, ο οργανισμός διψάει για ζωή.

Σηκώνομαι, τρέχω, πέφτω με δύναμη υπερφυσική πάνω στο τοίχο και τον κάνω εκατομμύρια μικρά κομμάτια, χίλιες σκέψεις περνούν απ' το μυαλό μου ακαριαία. Πόσο μεγάλη δύναμη θέλει η απόφαση για να την αρπάξεις απ' τα μαλλιά και να την πετάξεις από μέσα σου; Με πόσο μεγάλη δύναμη σε πνίγει αυτός ο θεριακωμένος φόβος και δεν σε αφήνει να αναπνεύσεις; Πόσο μεγάλη δύναμη έχει τελικά το θέλω;

Κοιτάζω πίσω γελώντας ειρωνικά στον άλλο μου εαυτό που νόμιζε πως δεν θα τα καταφέρει και διακτινίζομαι στην καινούργια μου ζωή.

Έτσι έχω μάθει, αυτό επιβάλλω στον εαυτό μου κάθε φορά που βαλτώνω, να φεύγω. Κάθε φορά που η ζωή με κολλάει στο τοίχο και δεν μου δίνει επιλογή εγώ φεύγω. Καλύτερα να φεύγεις παρά να μένεις στάσιμος και να αναρωτιέσαι που ανήκεις.

Ξένια Νίκα

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου