Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου 2015

Ο τυφλοπόντικας

tame

Τυφλώθηκα μονάχος μου κείνο το μεσημέρι στο οικογενειακό κυριακάτικο τραπέζωμα. Γράπωσα τα κουτάλια της σούπας -πρώτο πιάτο- και τα ‘χωσα βαθιά μέσα στις κοιλότητες των ματιών μου. Θα πρέπει οι οφθαλμοί μου να έτρεξαν λερώνοντας το γιορτινό τραπεζομάντηλο της μητέρας, νερουλοί και ιξώδεις σαν ένα θλιβερό μίγμα ξερατού, ρινικής βλέννας κι ασπραδιών αβγού. Μείναν δυο θεοσκότεινες σπηλιές να χάσκουν μόνες κάτω απ’ το μέτωπό μου. Τους έκοψα στα σίγουρα την όρεξη!


Το είχαν βουλώσει όλοι. Στενοί και μακρινότεροι συγγενείς έστεκαν άλαλοι κι αηδιασμένοι μπροστά στην αποτρόπαιη πράξη μου. Άκουσα τις εμβοές της σιωπής τους. Χαιρέκακες θειάδες, πονηρές και περίεργες, πάψαν τις βγαλμένες από κόλαση ερωτήσεις. Βρήκα δουλειά; Παντρεύομαι; Γαμάω ή γαμιέμαι; Πότε θα βάλω στο πίσω κάθισμα παιδικό καρεκλάκι, «μπαμπά μην τρέχεις» στο ταμπλώ και σακούλες του σούπερ μάρκετ στο πορτ-μπαγκάζ; Πως να τους εξηγήσω την ύβρη μου; Οι τυφλοί να αποζητάν το φως τους κι εγώ να μου χαρίζω σαν λύτρωση μια φυλακή, σκοτάδι κι αναπηρία!

Χιλιάδες δημιουργήματα Θεού κι ανθρώπου, πράγματα κι αντικείμενα καθημερινής χρήσης. Το τηλεκοντρόλ, το μάτι της κουζίνας, ο αναπτήρας, τα κλειδιά μου. Κι ακόμα η νεραντζιά στο δρόμο, μια στάλα βροχής, μια ασήμαντη μύγα, δεν άξιζαν το βλέμμα μου. Εκατοντάδες γνώριμα κι άγνωστα πρόσωπα, οικείοι μα και περαστικοί. Ο γείτονας που πλένει το αυτοκίνητο τις Κυριακές, η ταμίας της Εθνικής τραπέζης, το παιδί απ’ το Πακιστάν στο βενζινάδικο. Κι ακόμα οι άνθρωποι που νυσταγμένοι στα βαγόνια του μετρό, γερμένοι πάνω σε κινητά κι εφημερίδες, πετούν σταγόνες σάλιου, μικρές πιτσιλιές χασμουρητό πάνω στο χαρτί του εξωφύλλου και στην οθόνη αφής. Δεν έπρεπε, δεν ήθελα να τους κοιτάω. Ολάκερος ο κόσμος μου κι ο κόσμος των άλλων δεν άξιζε βλέφαρο χωρίς Εκείνη μέσα. Εκείνη με το Έψιλον κεφαλαίο, γιατί η λατρεία κι όχι η πίστη, είναι αυτή που χαρίζει στη γυναίκα τη θεϊκή της υπόσταση.

Συνήλθα με δυο στρογγυλές τάπες άσπρη γάζα, κάλυμμα των σιχαμερών πληγών. Βάλθηκα γρήγορα να μάθω να ζω με το καινούριο μου πρόσωπο. Τη λάτρεψα τη νέα μου μουτσούνα, μάσκα αληθινή και μόνιμη, μήτε εύθυμη μήτε και λυπημένη κι από κάτω το ίδιο σασί, ατσάλινο, κορμί ανδρικό, ικανό για καύλα και για πόλεμο, μόνο που δεν λαχταρούσε πια καμιά επιθυμία. Μήτε γαμήσι μήτε και θάνατο. Παρά έστεκε εκεί, μόνο και μόνο για να στηρίζει στην κορυφή του ένα κεφάλι αόμματο, το αποτέλεσμα μιας πράξης σεξουαλικού καννιβαλισμού, Εγώ, το θύμα κι η τροφή ενός θηλυκού praying mantis.

Ψηλάφησα με τα ακροδάχτυλα τις στέγες της μεγάλης πόλης. Επινόησα τον δικό μου κώδικα Braille χαιδεύοντας το ανάγλυφο στα σπίτια των ανθρώπων. Δώματα και κεραίες, τσίγκινες πέργκολες και πρόχειρες κατασκευές, γλάστρες κι απλωμένα ασπρόρουχα, κάθε κουκίδα στον πνιγερό και καυσαεριώδη ορίζοντα της Αττικής. Κι η σκαπάνη της αφής μου ξεσκέπασε λέξεις δυσνόητες, στρυφνές στα νοήματα και βαρετές …

 Τιμολόγιο
Ηλεκτροκαρδιογράφημα
Πεντάμηνη σύμβαση
Τέλη κυκλοφορίας
Δωροεπιταγή
Εκκρεμοδικία

Τότε το πήρα απόφαση. Τύπωσα διηγήματα κι ιστορίες σε χαρτί διαστάσεων Α0. Χαρτιά με ενέσιμο μελάνι, λέξεις σε εφημερίδα τοίχου που θεραπεύουν τους τρελούς και τους απελπισμένους. Ζαλώθηκα βούρτσες και έναν κουβά με γλουτολίνη. Ταπετσέρης και ποιητής μαζί! Σύρθηκα στην άκρη της πόλης. Κοκκινιά, Ταμπούρια, Πέραμα, σωστός τυφλοπόντικας, να σκουντουφλώ στα πεζοδρόμια και στις λακκούβες, να χύνεται η κόλλα απ’ τον κουβά και το αίμα απ’ τα γδαρμένα γόνατα. Τα τροχοφόρα να στριγγλίζουν μη με πατήσουν κι εκείνη η παρέα από αλήτες με τα μαύρα φούτερ και τις πειραγμένες εξατμίσεις, που με βρήκε και με χτύπησε, είπε να κοροϊδέψει τον τυφλό, μου ‘κλεψε το χαρτζιλίκι, μα φτυχώς δεν πείραξε την τέχνη που είχα για φορτίο. Γύρω στα μεσάνυχτα πρέπει να τέλειωσα. Κόλλησα τοίχους παλιούς, κολώνες και ΚΑΦΑΟ. Την επομένη το πρωί, η ζωή στην πόλη συνέχισε κανονικά. Αδιάφοροι περαστικοί, χωρίς κανένα λόγο, σκίζαν και ξεκολλούσαν στο διάβα τους ό,τι μπορούσαν απ’ τις αφίσες, αρσενικά σκυλιά κατουρούσαν στα σημεία από όπου είχα περάσει κι οι νοικοκυρές εξακολουθούσαν να τηλεφωνούν στις εκπομπές για να κερδίσουν σετ με κατσαρόλες. Κι εγώ … εγώ παρέμενα μες στο σκοτάδι … τυφλός μα ερωτευμένος.
kospanti 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου