Τετάρτη, 8 Οκτωβρίου 2014

Δυο ταξί


Taxi
Το πρώτο ταξί το πήρα από το λιμάνι του Πειραιά. Ο Αλβανός οδηγός ήταν ευγενέστατος. Μου είπε την ιστορία του. Το 1990 κολύμπησε από την Αλβανία στην Κέρκυρα. Οι άλλοι τρεις που ήταν μαζί του χάθηκαν.


Έμεινε 4 χρόνια στην Κέρκυρα και μετά πήγε στη Ζάκυνθο, όπου έμεινε 5 χρόνια.

Ενθουσιασμένος με τη Ζάκυνθο και τους Ζακυνθινούς. «Τα καλύτερα χρόνια της ζωής μου. Οι καλύτεροι άνθρωποι στον κόσμο» μου λέει.

«Από την Ζάκυνθο είμαι» του λέω. Έκανε πάρτι μέσα στο ταξί.

Ούτε οι Εβραίοι δεν χαίρονται τόσο πολύ, όταν τους λέω πως είμαι Ζακυνθινός.


Το δεύτερο ταξί, το πήρα λίγο μετά για να πάω σε μια δουλειά. Άλλωστε, γι” αυτό επέστρεψα στην Αθήνα. Όχι για να πάρω ταξί· για δουλειά.

Ο οδηγός 40άρης και παχύς. Η κοιλιά ακουμπάει στο τιμόνι. Πρόσχαρος. Έχει όρεξη για κουβέντα.

Αρχίζει να μιλάει για τις μαύρες πουτάνες του κέντρου που τις πήγαν αλλού. Πουτάνες λέει, δεν λέει πόρνες.

Λέει πουτάνες και γεμίζει το στόμα του.

Ξέρει πολλά για τις «πουτάνες». Με βομβαρδίζει με πληροφορίες για πιάτσες, νταβατζήδες κλπ.

«Οι πουτάνες θέλουν ξύλο» μου λέει, «τους αρέσει το ξύλο».

Τολμάω να του πω για το trafficking και για τα κορίτσια που έχουν αυτοκτονήσει επειδή δεν ήθελαν να γίνουν πόρνες.

Γυρνάει και με κοιτάει σαν να είμαι τρελός. Δεν μιλάω πια.

Συνεχίζει να μιλάει για πουτάνες, για το πώς λατρεύουν τον νταβατζή τους, για το πόσα ψέματα λένε, για το πώς οι μπάτσοι φοβούνται μόνο τα ψέματα που θα πουν οι πουτάνες στους δικαστές.

«Μόνο τις πουτάνες φοβούνται οι μπάτσοι» μου λέει.

Αρχίζει να μου λέει για έναν φίλο του που ήταν νταβατζής. Για το πώς γίνεται το νταβατζιλίκι, πώς βγαίνουν τα χρήματα, πότε είναι η σωστή στιγμή να δείρει ο νταβατζής την πουτάνα και άλλα.

Σκέφτομαι πως μου τα λέει όλα αυτά επειδή μοιάζω πουτανιάρης και αισθάνομαι κολακευμένος.

Δεν λέω κουβέντα. Σκέφτομαι πως την προηγούμενη ημέρα την ίδια ώρα ήμουν στην παραλία κάτω από το αρμυρίκι και με είχε πάρει γλυκά ο ύπνος, ενώ διάβαζα ένα βιβλίο του Έκο.

Συνεχίζει την πουτανολογία και ξαφνικά μου το πετάει:

«Είχα κι εγώ μια πουτάνα. Μια Ρουμάνα. Έβγαλα καλά χρήματα. Μου τα έδινε όλα. Αφού την έδερνα πρώτα. Κάποια στιγμή την συνέλαβαν και ήταν για απέλαση. Με παίρνει τηλέφωνο και μου ζητάει χρήματα. Της δίνω. Από αυτά που είχα βγάλει από αυτήν ήταν. Δεν μου τα επέστρεψε ποτέ η καριόλα. Όλες καριόλες είναι».

Μόλις κάνει μια παύση, γυρνάω και του λέω «Θέλετε μια καραμέλα;».

Ήθελε γιατί ήταν οι αγαπημένες του καραμέλες.

Το κόλπο δεν έπιασε. Συνέχισε να μιλάει για πουτάνες με την καραμέλα στο στόμα.

Φτάνω στον προορισμό μου και βγαίνω από τα ταξί, με την αίσθηση πως βγαίνω από μπουρδέλο.

Παίρνω μια βαθιά ανάσα και σκέφτομαι πως είμαι πολύ χαρούμενος που η εφαρμογή Uber -που συνδέει ερασιτέχνες οδηγούς και επιβάτες- ετοιμάζεται να έρθει και στην Ελλάδα.


pitsirikos

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου