Τετάρτη, 9 Ιουλίου 2014

Οι αρκούδες


Οι αρκούδες

Φορούσαν όλοι τα καλοκαιρινά τους ρούχα. Τα σύνολα λίγο πιο αέρινα, λίγο πιο φλοράλ, τα χρώματα πιο ανοιχτά. Οι περισσότεροι, λίγο ή πολύ μαυρισμένοι από τον ήλιο βρίσκονταν σε μια χαλαρή διάθεση. Όσο κρατούσε η διαδικασία της ψήφισης, έβλεπες να γελάνε στα έδρανα σε μικρά πηγαδάκια. Ευχάριστη καλοκαιρινή ατμόσφαιρα στην ελληνική βουλή.

Σκεφτόμουν πως αν κάποιος τουρίστας άνοιγε την τηλεόραση στο κανάλι της βουλής, θα πίστευε πως βρίσκονται εκεί για κάποια θερινή, ασήμαντη υπόθεση. Δεν χρειάζεται να ήταν τουρίστας δηλαδή, μπορούσε να είναι και κάτοικος αυτής της χώρας και να μην ήξερε τι ψηφιζόταν χτες.

Τους έβλεπες να φωνάζουν αυτά τα «ναι, σε όλα» και «ναι, επί της αρχής» σχεδόν με χαμόγελα. Αφού ψήφιζα, σηκώνονταν γρήγορα να φύγουν, γιατί έχουν και δουλειές και κάπως έτσι σε αυτό το κλίμα πέρασε το νομοσχέδιο για τη δημιουργία φυλακών Γ’.


Με ένα «ναι, σε όλα» καταδίκαζαν τους ήδη καταδικασμένους. Με τα καλοκαιρινά τους κοστούμια αποφάσισαν πως οι ποινές κάποιων δεν είναι αρκετές. Πως είναι απειλή και μέσα από τη φυλακή. Πως χρειαζόμαστε και εμείς ένα Γκουαντάναμο.

Τους παρατηρούσα πώς συμπεριφέρονταν σε όλη τη διαδικασία, πόσο μακριά από αυτούς ήταν όλα, πόσο μικρή σημασία είχε αυτή η ψήφιση. Τους έβλεπα να μπερδεύονται με τα μηχανάκια της καινούριας ηλεκτρονικής ψηφοφορίας, τους έβλεπα να φωνάζουν ο ένας στον άλλο για τις ενημερωμένες και μη λίστες των ονομάτων για την ονομαστική ψηφοφορία. Μια προχειρότητα, μια ανοργανωσιά, σαν τσοπάνηδες που τους έδωσαν στα χέρια ένα μαραφέτι και τώρα ψάχνουν να πατήσουν το ναι.

Το απόγευμα (και αφού είχε ήδη περάσει το νομοσχέδιο) είδα αυτή τη φωτογραφία. «Οι αρκούδες παίζουν μπιλιάρδο» γράφει σε έναν τοίχο του Παντείου. Δε ξέρω ακριβώς τι σκεφτόταν ή τι θέλει να πει αυτός που το έγραψε, αλλά το ταύτισα με αυτό που μόλις είχα δει. Αυτό που έβλεπα το πρωί στο κανάλι της βουλής ήταν σαν να βλέπω αρκούδες να παίζουν μπιλιάρδο. Αυτή η φράση καθρέφτιζε αυτό που ένιωθα βλέποντας όλους αυτούς τους χοντροκομμένους να προσπαθούν να παίξουν κάτι που απαιτεί λεπτότητα στην κίνηση.

Το να περνάει ένα νομοσχέδιο όπως αυτό για τις φυλακές Γ’ καθρεφτίζει την κυβερνητική γραμμή και κατ’ επέκταση την κοινωνία που προσπαθούν να διαμορφώσουν. Η δικαιοσύνη (που υποτίθεται ότι πιστεύουν) δεν είναι αρκετή για να τους προστατέψει. Αυτούς που ως σύστημα θεωρούν απειλή θέλουν να τους αποκλείσουν ακόμα περισσότερο. Δεν έχει πια νόημα ο σωφρονισμός, μόνο η τιμωρία και ο παραδειγματισμός.

Πριν κάποιο καιρό, νομίζω μετά τον βασανισμό των τεσσάρων στο Βελβεντό, ένα στέλεχος της Νέας Δημοκρατίας, έγραφε σε ιστοσελίδα της στο facebook πως αν θέλουμε να εξαλειφθεί η τρομοκρατία και οι μανούλες Βορείων Προαστείων τότε να φτιάξουμε ένα «Κουντάναμο» και έτσι θα δούμε πότε τα αναρχοκομμούνια γυρνάνε από τα καλάσνικοφ στο τσάμικο. Η συγκεκριμένη γυναίκα δηλώνει «Ελληνίδα στη ψυχή και στο αίμα. Νεοδημοκράτισσα μέχρι τα κόκαλα». Πριν κάποιο καιρό οι ατάκες της Σιδέρη ήταν απλά γραφικές για κάποιους. Σήμερα είναι η κεντρική αφήγηση της κυβέρνησης. Το Γκουαντάναμο θα φτιαχτεί. Το Γκουαντάναμο ξεκίνησε και η πλειοψηφία των πολιτών αυτής της χώρας ήταν πολύ απασχολημένοι με το μουντιάλ και τη ψυχή του Έλληνα μέσα στα γήπεδα.

«Η φυλακή, η πιο σκοτεινή περιοχή στο μηχανισμό της δικαιοσύνης, είναι ο τόπος όπου η τιμωρητική εξουσία, που δεν τολμά πλέον να ασκηθεί με ακάλυπτο το πρόσωπο, οργανώνει σιωπηλά ένα πεδίο αντικειμενικότητας όπου ο κολασμός θα μπορεί να λειτουργεί στο φως της ημέρας ως θεραπευτική και η δικαστική απόφαση να εγγράφεται μεταξύ των λόγων της γνώσης. Καταλαβαίνουμε γιατί η δικαιοσύνη υιοθέτησε τόσο εύκολα μια φυλακή που δεν ήταν ωστόσο ο καρπός των σκέψεων της. Της χρωστούσε αυτήν την αναγνώριση». (Μ. Foucault, Επιτήρηση και Τιμωρία – Η γέννηση της Φυλακής).

Θα μπορούσα να επιλέξω δεκάδες αποσπάσματα από το βιβλίο αυτό. Ιδιαίτερα από εκείνο το κεφάλαιο που αναλύει γιατί οι φυλακές δεν είναι αποτελεσματικές. Ή τι σημαίνει για μια κοινωνία ή την εξουσία η ίδια η δημιουργία φυλακών. Πόσω μάλλον για φυλακές που θυμίζουν απομόνωση, που στερούν τις επισκέψεις, τις άδειες, τον προαυλισμό. 40 χρόνια μετά, κάτι αρκούδες σε μια χώρα που βυθίζεται, ψηφίζουν τη δημιουργία φυλακών υψίστης ασφαλείας, μήπως έτσι εξασφαλίσουν την παραμονή τους στην εξουσία λίγο περισσότερο.

Μαριάννα Ρουμελιώτη 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου